Στη Βέροια παρουσιάστηκε το νέο βιβλίο της Ελένης Δόμανου, με τίτλο «Μισή ώρα ήταν αρκετή», ένα μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα στον έρωτα, τις κοινωνικές απαγορεύσεις, τη μετανάστευση και τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης.
Στην παρουσίαση μίλησαν ο γιατρός Τάσος Βασιάδης και ο αντιδήμαρχος Βέροιας Αθανάσιος Δέλλας, ενώ παραβρέθηκε και ο εκδότης Αλέξανδρος Ακριτίδης. Τον κύκλο των ομιλιών έκλεισε η ίδια η συγγραφέας, εξηγώντας πώς γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου και πώς πραγματικές αφηγήσεις αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία των ηρώων της.
Η ιστορία ακολουθεί δύο νέους, την Καλλιρρόη και τον Μάξιμο, οι οποίοι μεγαλώνουν σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου στη μεταπολεμική Ελλάδα και βιώνουν έναν δυνατό έρωτα μέσα σε μια αυστηρή και συντηρητική κοινωνία.
Η σχέση τους δοκιμάζεται από τις κοινωνικές απαγορεύσεις, τις αντιλήψεις της εποχής και μια σειρά από δραματικά γεγονότα που αλλάζουν καθοριστικά τη ζωή τους. Η Καλλιρρόη βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα ασφυκτικό κοινωνικό περιβάλλον και οδηγείται σε μια παράνομη έκτρωση, η οποία αφήνει ανεξίτηλα σημάδια τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή της.
Η «μισή ώρα» του τίτλου αποκτά έτσι κομβική σημασία για την εξέλιξη της ιστορίας, καθώς μία απόφαση που λαμβάνεται υπό το βάρος της κοινωνικής πίεσης επηρεάζει ολόκληρη τη μετέπειτα ζωή της ηρωίδας.
Στην πορεία, το ζευγάρι μεταναστεύει στη Γερμανία, ακολουθώντας τον δρόμο που επέλεξαν χιλιάδες Έλληνες της εποχής αναζητώντας εργασία, οικονομική ασφάλεια και μια καλύτερη ζωή. Παρά τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, η απουσία ενός παιδιού παραμένει μια βαθιά πληγή για τους δύο ήρωες.
Η ιστορία εξελίσσεται μέσα από νέες δοκιμασίες, αλλά και μέσα από την αναζήτηση διεξόδων στον εθελοντισμό, την κοινωνική προσφορά και την αλληλεγγύη. Μια επιστροφή στην Ελλάδα φέρνει το ζευγάρι αντιμέτωπο με δύο ορφανά παιδιά και ανοίγει έναν νέο κύκλο αποφάσεων και συναισθημάτων.
Ο Αθανάσιος Δέλλας, παρουσιάζοντας το βιβλίο, στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας μεταφέρει τον αναγνώστη στην ορεινή Ήπειρο της μεταπολεμικής περιόδου, περιγράφοντας το τοπίο, τα ήθη, τα έθιμα και την καθημερινότητα της εποχής.
Υπογράμμισε παράλληλα ότι μέσα από την ιστορία αναδεικνύεται η δύσκολη θέση της γυναίκας στην ελληνική επαρχία εκείνων των χρόνων, αλλά και ζητήματα όπως η μετανάστευση, η κοινωνική αλληλεγγύη, ο εθελοντισμός, η φιλία και η υιοθεσία.
Όπως ανέφερε, πρόκειται για μια συγκινητική ερωτική ιστορία που επιχειρεί να δείξει πως η ανθρώπινη θέληση και η αγάπη μπορούν να λειτουργήσουν ως δύναμη απέναντι στις δυσκολίες και στις απώλειες.
Ο γιατρός Τάσος Βασιάδης αναφέρθηκε ευρύτερα στη σημασία του βιβλίου και της λογοτεχνίας στη σύγχρονη εποχή. Σημείωσε ότι η περιοχή εξακολουθεί να διατηρεί μια σημαντική λογοτεχνική παράδοση, χαρακτηρίζοντας τη Βέροια πόλη με έντονη σχέση με το βιβλίο και τη λογοτεχνική δημιουργία.
Κατά την τοποθέτησή του, τόνισε ότι μέσα από ένα καλό βιβλίο ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να ταξιδέψει σε τόπους που δεν έχει γνωρίσει, να έρθει σε επαφή με κοινωνικές συνθήκες που δεν έχει βιώσει και να δει τον κόσμο μέσα από τη θέση των διαφορετικών χαρακτήρων.
Στάθηκε επίσης στην καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και της κριτικής σκέψης μέσω της ανάγνωσης, ενώ σχολίασε και τη δομή του έργου, σημειώνοντας ότι διαθέτει τα βασικά χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος, με τη λογοτεχνική του γραφή να παραπέμπει σε αρκετά σημεία και στη νουβέλα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον τόπο όπου εκτυλίσσεται μεγάλο μέρος της ιστορίας, το ορεινό Τέροβο της Ηπείρου, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας αποτυπώνει τις κοινωνικές απαγορεύσεις και τις αντιλήψεις της εποχής.
Η Ελένη Δόμανου, παίρνοντας τελευταία τον λόγο, αποκάλυψε ότι η έμπνευση για το βιβλίο προήλθε από μια πραγματική αφήγηση.
Όπως εξήγησε, σε μια γυναικεία παρέα άκουσε μια ηλικιωμένη γυναίκα να διηγείται ένα περιστατικό που είχε βιώσει στο Τέροβο Ιωαννίνων. Η ιστορία αυτή της κίνησε το ενδιαφέρον και αποτέλεσε το πρώτο ερέθισμα για τη δημιουργία του έργου.
Η συγγραφέας συναντήθηκε και άλλες φορές με τη γυναίκα, η οποία της μίλησε για την παιδική της ηλικία και τη ζωή εκείνης της εποχής. Από τις αφηγήσεις αυτές άρχισε να σχηματίζεται ο χαρακτήρας της Καλλιρρόης, ενώ στη συνέχεια δημιουργήθηκε και ο δεύτερος βασικός ήρωας, ο Μάξιμος.
Στο βιβλίο ενσωματώθηκαν και άλλα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προήλθαν από διηγήσεις ανθρώπων που μοιράστηκαν με τη συγγραφέα βιώματα και εμπειρίες. Η ίδια ανέφερε ότι πριν από τη συγγραφή προηγήθηκε έρευνα, ώστε το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο να αποδοθεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια.
Το «Μισή ώρα ήταν αρκετή» επιχειρεί, μέσα από μια προσωπική ιστορία, να φωτίσει μια ολόκληρη εποχή: τη μεταπολεμική ελληνική επαρχία, την κοινωνική πίεση, τη θέση της γυναίκας, τη μετανάστευση και την προσπάθεια των ανθρώπων να ξεφύγουν από τα όρια που τους επιβάλλουν οι συνθήκες και να διεκδικήσουν μια διαφορετική ζωή.
















