Ως ιαματικός φυσικός πόρος αναγνωρίζεται πλέον επίσημα το νερό του Αγίου Νικολάου Κοπανού, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η εξέλιξη ανοίγει τον δρόμο για την αξιοποίηση των νερών και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων ιαματικού τουρισμού στην περιοχή.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 5813/24.09.2026 και αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που διήρκεσε πολλά χρόνια. Είχε προηγηθεί, στις 19 Μαΐου 2026, η θετική γνωμοδότηση της Επιτροπής Προστασίας Ιαματικών Φυσικών Πόρων του Υπουργείου Τουρισμού.
Η προσπάθεια για την αναγνώριση ξεκίνησε το 2008, επί δημαρχίας του τελευταίου δημάρχου Ανθεμίων και γιατρού Δημήτρη Σιδηρόπουλου. Στη συνέχεια ο φάκελος πέρασε από διαδοχικά στάδια, με αίτηση αναγνώρισης τον Δεκέμβριο του 2016, συμπληρωματικά δικαιολογητικά το 2017, αίτημα επανεισαγωγής του τον Ιανουάριο του 2024 και νέες υποβολές στοιχείων κατά τα έτη 2025 και 2026.
Το επόμενο βήμα
Μετά την επίσημη αναγνώριση, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον στην αξιοποίηση του ιαματικού πόρου. Σύμφωνα με τον Δήμο Νάουσας, προβλέπεται η εκπόνηση σχετικής μελέτης, ενώ στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται επαφές με ενδιαφερόμενους επενδυτές και διεθνής διαγωνιστική διαδικασία για την ανάπτυξη των απαιτούμενων υποδομών.
Η προοπτική δημιουργίας οργανωμένων εγκαταστάσεων ιαματικού τουρισμού στον Κοπανό μπορεί να προσθέσει ένα νέο στοιχείο στο τουριστικό προϊόν του Δήμου Νάουσας, σε συνδυασμό με το φυσικό περιβάλλον, τον οίνο, τη γαστρονομία και τα υπόλοιπα σημεία ενδιαφέροντος της περιοχής. Οι πραγματικές οικονομικές και αναπτυξιακές επιπτώσεις, πάντως, θα εξαρτηθούν από το μοντέλο αξιοποίησης που θα επιλεγεί και τις επενδύσεις που τελικά θα υλοποιηθούν.
Ο δήμαρχος Νάουσας Νίκος Κουτσογιάννης χαρακτήρισε την έκδοση του ΦΕΚ «ιστορική στιγμή», αποδίδοντας ιδιαίτερη αναφορά στον Δημήτρη Σιδηρόπουλο για την αρχική πρωτοβουλία. Όπως ανέφερε, στόχος είναι η αξιοποίηση του φυσικού πόρου να μεταφραστεί σε θέσεις εργασίας και νέα επιχειρηματική δραστηριότητα για την περιοχή.
Η δημοσίευση του ΦΕΚ κλείνει έτσι το κεφάλαιο της θεσμικής αναγνώρισης των νερών και ανοίγει ένα νέο, σαφώς πιο απαιτητικό: αυτό της χρηματοδότησης, της δημιουργίας των υποδομών και της ουσιαστικής τουριστικής αξιοποίησής τους.















