Μια νέα μέθοδος αντιμετώπισης επιβλαβών εντόμων στις δενδροκαλλιέργειες δοκιμάζεται στην περιοχή της Νάουσας, με τη χρήση drones που απελευθερώνουν στείρα αρσενικά έντομα, περιορίζοντας τη δυνατότητα αναπαραγωγής των άγριων πληθυσμών. Τα πρώτα αποτελέσματα των πειραματικών εφαρμογών στην Κεντρική Μακεδονία εμφανίζονται ενθαρρυντικά, αν και οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα και συστηματική παρακολούθηση.
Όπως μετέδωσε η εξειδικευμένη αγροτική ιστοσελίδα ΑγροΤύπος, η εφαρμογή της μεθόδου παρουσιάστηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2026, στον πειραματικό οπωρώνα του Ινστιτούτου Φυλλοβόλων Δένδρων Νάουσας του ΕΛΓΟ–ΔΗΜΗΤΡΑ.
Η επίδειξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ημερίδας που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, σε συνεργασία με το γερμανικό Πανεπιστήμιο Justus Liebig του Γκίσεν, μέσω του ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος REACT, το οποίο χρηματοδοτείται από το Horizon Europe.
Πώς λειτουργεί η νέα μέθοδος
Η τεχνική ονομάζεται SIT (Sterile Insect Technique) και βασίζεται στην απελευθέρωση μεγάλου αριθμού στείρων αρσενικών εντόμων σε περιοχές όπου υπάρχουν άγριοι πληθυσμοί.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στόχος είναι η αντιμετώπιση της μύγας της Μεσογείου, ενός εντόμου που προκαλεί σημαντικά προβλήματα σε οπωροφόρες καλλιέργειες.
Τα στείρα αρσενικά ζευγαρώνουν με τα θηλυκά, χωρίς όμως να προκύπτουν βιώσιμοι απόγονοι. Με επαναλαμβανόμενες εξαπολύσεις επιδιώκεται η σταδιακή μείωση του πληθυσμού του εντόμου.
Η μέθοδος διαφοροποιείται από τους συμβατικούς ψεκασμούς, καθώς δεν στηρίζεται στη χρήση εντομοκτόνων για την εξόντωση των εντόμων, αλλά στον περιορισμό της αναπαραγωγής τους.
Παραγωγή 200.000 στείρων εντόμων την εβδομάδα
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην ημερίδα, η παραγωγή των στείρων εντόμων πραγματοποιείται στην Πάτρα, από ερευνητική ομάδα που συμμετέχει στο πρόγραμμα REACT.
Όπως ανέφερε ο υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Βασίλης Ροδοβίτης, η εβδομαδιαία παραγωγή φτάνει περίπου τα 200.000 στείρα αρσενικά έντομα.
Μετά τη στείρωσή τους, τα έντομα μεταφέρονται στη Νάουσα, όπου προετοιμάζονται για την απελευθέρωσή τους.
Κατά την επίδειξη χρησιμοποιήθηκε ειδικά εξοπλισμένο drone, το οποίο ακολούθησε προκαθορισμένη διαδρομή πάνω από τον οπωρώνα και απελευθέρωσε τα έντομα μέσω ειδικού μηχανισμού.
Τα έντομα διατηρούνται σε χαμηλή θερμοκρασία πριν από την εξαπόλυση, ώστε να παραμένουν προσωρινά αδρανή. Μετά την απελευθέρωσή τους ανακτούν τη δραστηριότητά τους μέσα σε περίπου 10 έως 15 λεπτά.
Τι έδειξαν οι δοκιμές του 2025 και του 2026
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των πειραματικών εφαρμογών που πραγματοποιήθηκαν τα δύο τελευταία χρόνια σε οπωρώνες της Κεντρικής Μακεδονίας.
Το 2025 οι εξαπολύσεις γίνονταν από το έδαφος και όχι με drones. Σε έναν από τους δύο πειραματικούς οπωρώνες καταγράφηκε σημαντικός περιορισμός του άγριου πληθυσμού της μύγας της Μεσογείου, ενώ στον δεύτερο τα αποτελέσματα ήταν λιγότερο ικανοποιητικά.
Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι η παρουσία γειτονικών καλλιεργειών μπορούσε να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα, καθώς νέα έντομα εισέρχονταν στις περιοχές εφαρμογής.
Για τον λόγο αυτό, το 2026 δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στην επιλογή περισσότερο απομονωμένων οπωρώνων.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στην ημερίδα, στις περιοχές εφαρμογής της μεθόδου οι πληθυσμοί των άγριων εντόμων παρέμειναν σε χαμηλά επίπεδα, ενώ στους καρπούς που είχαν εξεταστεί μέχρι τότε δεν είχαν διαπιστωθεί προσβολές.
Ωστόσο, τα στοιχεία ήταν ακόμη προκαταρκτικά και δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η μύγα της Μεσογείου έχει εξαλειφθεί από την περιοχή.
Τι σημαίνει για τους παραγωγούς της Ημαθίας
Η εξέλιξη της έρευνας παρουσιάζει ενδιαφέρον για τη δενδροκαλλιέργεια της Ημαθίας, όπου η προστασία της παραγωγής από επιβλαβή έντομα αποτελεί σημαντικό ζήτημα για τους αγρότες.
Η εφαρμογή της SIT θα μπορούσε μελλοντικά να αποτελέσει ένα πρόσθετο εργαλείο φυτοπροστασίας, συμβάλλοντας στον περιορισμό των προσβολών και της ανάγκης για χημικές επεμβάσεις.
Όπως επισήμανε ο καθηγητής Εφαρμοσμένης Εντομολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Νικόλαος Παπαδόπουλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η συνεχής παρακολούθηση των πληθυσμών των εντόμων. Στην περιοχή λειτουργεί εδώ και περίπου οκτώ χρόνια δίκτυο παγίδων, μέσω των ερευνητικών προγραμμάτων FFIPM και REACT.
Η αξιοποίηση της μεθόδου σε μεγαλύτερη κλίμακα προϋποθέτει πάντως οργανωμένο σχεδιασμό, επαρκή χρηματοδότηση και συνεργασία μεταξύ ερευνητικών φορέων, γεωπόνων και παραγωγών.
Η πειραματική εφαρμογή στη Νάουσα αποτελεί ένα ακόμη βήμα στην αναζήτηση εναλλακτικών μεθόδων φυτοπροστασίας. Το επόμενο ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί κατά πόσο η τεχνική μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά και οικονομικά σε μεγαλύτερες καλλιεργητικές εκτάσεις.

















