Την ανάγκη να αποκτήσει η σχέση των πολιτών με την ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά έναν περισσότερο ουσιαστικό, δημιουργικό και βιωματικό χαρακτήρα αναδεικνύει ο ιστορικός Στάθης Γκότσης, ο οποίος βρέθηκε στη Βέροια με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία».
Με περισσότερα από 30 χρόνια υπηρεσίας στο Υπουργείο Πολιτισμού και κύριο αντικείμενο τη μουσειακή εκπαίδευση, ο Στάθης Γκότσης διαθέτει πολυετή εμπειρία στον σχεδιασμό και την υλοποίηση εκπαιδευτικών και ερμηνευτικών δράσεων που επιδιώκουν να φέρουν τα μουσεία πιο κοντά στην κοινωνία. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του διαδρομής έχει αναπτύξει πλήθος δράσεων με ιδιαίτερη κοινωνική διάσταση, απευθυνόμενων σε ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, όπως άτομα με αναπηρία, μέλη μειονοτικών κοινοτήτων, άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, ηλικιωμένους, κρατουμένους και πρόσφυγες.
Η εμπειρία αυτή αποτυπώνεται και στην προσέγγισή του για τον σύγχρονο ρόλο των μουσείων, τα οποία, όπως υποστηρίζει, δεν πρέπει να λειτουργούν απλώς ως χώροι φύλαξης και παρουσίασης αντικειμένων του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανοί χώροι εκπαίδευσης, συμμετοχής, κοινωνικής ένταξης και διαλόγου.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στον “Πληροφοριοδότη” και την Μαρία Τριγώνη με αφορμή την παρουσία του στη Βέροια, ο Στάθης Γκότσης αναφέρεται στις αδυναμίες της συνεργασίας σχολείων και μουσείων στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι σημαντικές ευκαιρίες θεσμικής συνεργασίας χάθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Παράλληλα, αναγνωρίζει τη θετική παρουσία της Ημαθίας στον τομέα των μουσειακών εκπαιδευτικών δράσεων, υπογραμμίζοντας ωστόσο την ανάγκη καλύτερης στελέχωσης των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού σε πανελλαδικό επίπεδο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επισημάνσεις του για την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στα μουσεία. Χωρίς να απορρίπτει τις ψηφιακές δυνατότητες, εκφράζει τον προβληματισμό του για τον κίνδυνο η εντυπωσιακή τεχνολογική παρουσίαση να επισκιάσει το ίδιο το έκθεμα και να μετατρέψει τη μουσειακή εμπειρία σε μια μορφή θεάματος, περιορίζοντας την εκπαιδευτική της αξία.
Αναφέρεται ακόμη στον καθοριστικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα μικρότερα μουσεία και οι τοπικοί πολιτιστικοί σύλλογοι, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Ημαθία, όπου συνυπάρχουν διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις και ιστορικές διαδρομές. Μέσα από τη διατήρηση και την ουσιαστική προσέγγιση της συλλογικής μνήμης, θεωρεί ότι οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να ενισχύσουν την ταυτότητά τους και να δημιουργήσουν νέους δεσμούς ανάμεσα στις γενιές.
Το μήνυμά του προς τους νέους είναι χαρακτηριστικό: «Να μη φοβούνται το παρελθόν». Όπως εξηγεί, η ιστορία δεν αφορά μόνο τη γνώση των ριζών μας, αλλά μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο κατανόησης του παρόντος και διαμόρφωσης μιας πιο δημιουργικής στάσης απέναντι στο μέλλον.
Αναλυτικά, στην συνέντευξη του σημείωσε:
Το βιβλίο σας «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία» συνδέει τρεις έννοιες με ιδιαίτερη σημασία. Ποιο ήταν το βασικό έναυσμα για τη συγγραφή του και τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης ολοκληρώνοντας την ανάγνωσή του;
Νομίζω ότι το βασικό ζήτημα που με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει να συζητήσω και με τους ανθρώπους της Βέροιας είναι η ανάγκη, στις μέρες μας, να βρούμε ξανά ένα νήμα που να μας συνδέει με το παρελθόν με έναν τρόπο ουσιαστικό και δημιουργικό.
Να ξεπεράσουμε εκείνες τις βαρετές, πολλές φορές, επισκέψεις που υποχρεώνουμε τα παιδιά να κάνουν, όπου τους λέμε «και εδώ βλέπετε…» και τα λοιπά.
Η μουσειακή εκπαίδευση, και αυτό είναι το θέμα του βιβλίου, διαχειρίζεται με έναν διαφορετικό τρόπο την κληρονομιά και τη μνήμη. Με έναν τρόπο περισσότερο ενεργητικό και βιωματικό, θα έλεγα.
Οπότε, στην πραγματικότητα, δεν απευθύνεται μόνο στα παιδιά του σχολείου, αλλά σε ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων. Όχι τόσο για να μάθουν την ιστορία και το παρελθόν, όσο για να συνομιλήσουν περισσότερο μαζί του και να το εντάξουν με έναν περισσότερο χρήσιμο και κοινωνικά αποδοτικό τρόπο στη σημερινή ζωή, στους σημερινούς δηλαδή ανθρώπους.
Αυτό νομίζω ότι είναι το θέμα που θα ήθελα να μείνει στους ανθρώπους που θα διαβάσουν το βιβλίο.
Η συνεργασία μουσείων και σχολείων αποτελεί ένα από τα ζητήματα που αναδεικνύετε στο βιβλίο. Πιστεύετε ότι στην Ελλάδα έχει διαμορφωθεί μια ουσιαστική και σταθερή σχέση μεταξύ αυτών των δύο φορέων;
Δυστυχώς όχι. Δυστυχώς όχι.
Έχουν χαθεί διάφορες ευκαιρίες στο παρελθόν, κυρίως τη δεκαετία του ’90, όπου υπήρχαν δράσεις διυπουργικής συνεργασίας, των υπουργείων, κεντρικά εννοώ, οι οποίες όμως ατόνησαν, σταμάτησαν.
Υπάρχουν σποραδικά τέτοιες δράσεις και η Βέροια, ο νομός Ημαθίας μάλλον, είναι από τους τυχερούς στην περίπτωση αυτή, γιατί έχει τουλάχιστον έναν άνθρωπο στην Αρχαιολογική Υπηρεσία που ασχολείται αποκλειστικά με τις δραστηριότητες που έχουν εκπαιδευτικό χαρακτήρα και περιεχόμενο.
Δεν ισχύει όμως αυτό σε όλη τη χώρα.
Άρα υπάρχει και ένα ζήτημα στελέχωσης των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, αλλά και στενότερης, θεσμικά στενότερης συνεργασίας του σχολείου, ως θεσμού εννοώ, με τα μουσεία.
Υπάρχει ζήτημα και είναι ανοιχτό. Και νομίζω ότι αυτό μπορεί να είναι ένα αίτημα και των τοπικών κοινωνιών, θα έλεγα.
Η τεχνολογία και τα ψηφιακά μέσα αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε την πληροφορία και τον πολιτισμό. Πώς μπορούν να αξιοποιηθούν στα μουσεία χωρίς να υποβαθμίζεται η άμεση, βιωματική επαφή του επισκέπτη με τα εκθέματα και την ιστορία;
Το θέσατε πολύ καλά, γιατί πράγματι αυτός είναι ο κίνδυνος.
Ο κίνδυνος που έχει επισημανθεί, και το διαπιστώνουν οι ερευνητές διεθνώς, είναι ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων τα μέσα, τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα που μπαίνουν στα μουσεία, ακριβώς επειδή είναι πολύ επιδραστικά από μόνα τους, αποθεώνονται τα ίδια.
Και χάνεται η σχέση με το έκθεμα. Υποβαθμίζεται η σχέση με το έκθεμα και η βιωματική σχέση των ανθρώπων με τα αντικείμενα, που έχουν τη δύναμη του πρωτότυπου.
Αλλά δίπλα στο ψηφιακό, που είναι μοντέρνο και που είναι πιο διαδραστικό, μπορεί τελικά να υποβαθμίζονται.
Η ισορροπία αυτή ακόμα δεν έχει βρεθεί, κατά τη γνώμη μου. Είναι ένα ανοιχτό ζήτημα και πρόκληση για την εποχή μας.
Φοβούμαι, ωστόσο, ότι και τα παραδείγματα που υπάρχουν από τη διεθνή πραγματικότητα δεν οδηγούν προς κάτι θετικό, γιατί μάλλον τείνουν να υποκαταστήσουν τη μουσειακή εμπειρία, αυτήν που εμείς διεκδικούμε όμως, όχι την υπεράσπιση της παλιάς μορφής.
Την υποκαθιστούν με θεαματικές δράσεις που προσιδιάζουν περισσότερο, θα έλεγα, σε ψηφιακά θεματικά πάρκα.
Και αυτό είναι περισσότερο χώρος ψυχαγωγίας τελικά, παρά εκπαίδευσης και ενεργητικής μάθησης.
Ας σταθούμε και στην ελληνική περιφέρεια. Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος των μικρότερων μουσείων και των τοπικών συλλόγων στη διατήρηση της συλλογικής μνήμης;
Νομίζω ότι μπορεί να είναι κομβικός.
Γιατί, στα αλήθεια, οι τοπικές κοινωνίες έχουν, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι μεγαλουπόλεις και οι μητροπόλεις, μνήμες και ζητήματα διαχείρισης της ταυτότητας με όρους διαφορετικούς.
Γιατί είναι, ας μην το κρύβουμε, και πληθυσμοί που έρχονται από διαφορετικές διαδρομές. Δεν είναι και ομογενοποιημένες.
Έχει μια σημασία, ας πούμε, ότι υπάρχει βλάχικη κοινότητα ή σαρακατσάνικη σε μια περιοχή, ή άνθρωποι ποντιακής προέλευσης.
Τα τοπικά μουσεία, όχι μόνο δηλαδή τα αρχαιολογικά ή τα βυζαντινά, όπως έχει η Βέροια, αλλά και τα ιδιαίτερου τοπικού χαρακτήρα, ιστορικά, λαογραφικά και τα λοιπά, μπορούν να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο και για τις επόμενες γενιές.
Είναι ένα ζητούμενο, βέβαια, και η σύνδεση με το διαχρονικό παρελθόν του τόπου, με όρους, θα έλεγα, περισσότερης εμπιστοσύνης στις δυνάμεις των σημερινών ανθρώπων.
Γιατί ένα άλλο ζήτημα, αν θέλετε, που υπάρχει στη σχέση μας με το παρελθόν, είναι μια, μερικές φορές, συμπλεγματική σχέση μαζί του.
Δηλαδή ο θαυμασμός για τους προγόνους που ήταν ένδοξοι και τα λοιπά, άρα εμείς είμαστε σε μια μειονεκτική θέση.
Νομίζω ότι αυτά είναι ζητήματα που οι τοπικές κοινωνίες, μέσα από τις μουσειακές εμπειρίες, μέσα από τις μουσειακές εκπαιδευτικές δράσεις, και στα αρχαιολογικά και στα μεσαιωνικά, βυζαντινά, αλλά και στα νεότερα, μπορούν να τα διαχειριστούν, να τα διακινήσουν και να τα συζητήσουν πολύ αποτελεσματικά.
Σε μια κατεύθυνση ενίσχυσης της ταυτότητας με όρους σημερινούς και όχι ανταγωνιστικούς, για τη νέα γενιά.
Κλείνοντας, ποιο μήνυμα θα θέλατε να μεταφέρετε μέσα από το βιβλίο σας στη νέα γενιά;
Να μη φοβούνται το παρελθόν.
Καταλαβαίνω πάρα πολύ ότι η ιστορία μπορεί να είναι βαρετή στο σχολείο, οι επισκέψεις στα μουσεία μπορεί να είναι θανατερά βαρετές.
Έχουν να ανακαλύψουν, και με τη βοήθεια προφανώς των ενηλίκων και των ανθρώπων που ασχολούνται με αυτά, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα.
Που δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις ρίζες τους, που είναι ένα ζητούμενο φυσικά, αλλά έχουν να κάνουν και με έναν πιο σύνθετο τρόπο σκέψης για το παρόν, που θα τους βοηθήσει στην τοποθέτησή τους με όρους καλύτερους στο μέλλον.















