Η εστίαση δηλώνει «απούσα» από το πακέτο μέτρων που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ, με την Πανελλήνια Ομοσπονδία του κλάδου να ασκεί έντονη κριτική στην κυβέρνηση και να υποστηρίζει ότι κανένα από τα βασικά αιτήματα που είχαν τεθεί το προηγούμενο διάστημα δεν περιλήφθηκε στις εξαγγελίες.
Στο επίκεντρο της αντίδρασης βρίσκονται ο ΦΠΑ, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στον καφέ, οι επιβαρύνσεις στις online παραγγελίες και το εργασιακό κόστος.
Η Ομοσπονδία υπενθυμίζει ότι είχε ζητήσει επαναφορά ενιαίου ΦΠΑ 13% για το σύνολο της εστίασης, πλην των αλκοολούχων ποτών, κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ, κατάργηση του φόρου παρεπιδημούντων στις online παραγγελίες, το delivery και τη διανομή, καθώς και κατάργηση των προσαυξήσεων στις ασφαλιστικές εισφορές για εργασία Κυριακές, αργίες και νυχτερινές ώρες.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, κανένα από τα συγκεκριμένα αιτήματα δεν ικανοποιήθηκε, ενώ η πλευρά της εστίασης εκτιμά ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού θα επιβαρύνει περαιτέρω το εργασιακό κόστος των επιχειρήσεων. Παράλληλα, θεωρεί ανεπαρκές ως αντιστάθμισμα το μέτρο της μείωσης κατά 0,5% των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων.
Η Ομοσπονδία περιγράφει έναν κλάδο που βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξημένα λειτουργικά έξοδα, φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, υψηλό ενεργειακό κόστος και πιέσεις στον τζίρο, σημειώνοντας ότι τα μέτρα που παρουσιάστηκαν δεν αντιμετωπίζουν, κατά την εκτίμησή της, τις βασικές αιτίες του προβλήματος.
Η σύγκριση με το παράδειγμα ενός καφέ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση που κάνει η Ομοσπονδία πάνω σε παράδειγμα ατομικής επιχείρησης που χρησιμοποιήθηκε κατά την εξειδίκευση των κυβερνητικών μέτρων.
Πρόκειται για καφέ με 15 χρόνια λειτουργίας, πέντε εργαζομένους και ετήσια μισθοδοσία 105.000 ευρώ. Με βάση το κυβερνητικό παράδειγμα, ο φόρος της συγκεκριμένης επιχείρησης μειώνεται από 4.783 σε 2.249 ευρώ, με ετήσιο όφελος 2.534 ευρώ.
Η πλευρά της εστίασης θέτει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσο αυτή η ελάφρυνση ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες μιας επιχείρησης του κλάδου.
Υπολογίζει ότι ένα καφέ με αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να πραγματοποιεί ετήσιο τζίρο της τάξης των 350.000 έως 400.000 ευρώ και επιχειρεί να αποτυπώσει τη διαφορά που θα προέκυπτε εάν ο τζίρος που σήμερα επιβαρύνεται με ΦΠΑ 24% υπαγόταν σε συντελεστή 13%, με τις τελικές τιμές προς τον καταναλωτή να παραμένουν ίδιες.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παραθέτει η Ομοσπονδία, η διαφορά θα μπορούσε να φτάσει:
- τα 27.477 ευρώ για τζίρο 350.000 ευρώ,
- τα 29.439 ευρώ για τζίρο 375.000 ευρώ,
- τα 31.401 ευρώ για τζίρο 400.000 ευρώ.
Η ίδια διευκρινίζει ότι από τους παραπάνω υπολογισμούς θα πρέπει να συνυπολογιστεί ο ΦΠΑ των δαπανών που εκπίπτει. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι ακόμη και μετά από αυτή την προσαρμογή, το οικονομικό αποτέλεσμα θα ήταν σημαντικά μεγαλύτερο από τη φορολογική ελάφρυνση των 2.534 ευρώ του κυβερνητικού παραδείγματος.
Στην επιχειρηματολογία της εντάσσει ακόμη το κόστος μισθοδοσίας, την ενέργεια, τις πρώτες ύλες, τις τραπεζικές προμήθειες, τους ειδικούς φόρους, τα ενοίκια και τις υπόλοιπες λειτουργικές δαπάνες, θέτοντας ζήτημα για το ύψος του πραγματικού εισοδήματος που τελικά απομένει στον επαγγελματία.
Με κεντρικό μήνυμα ότι «η εστίαση δεν μπορεί να παραμένει αόρατη», η Ομοσπονδία ζητά εκ νέου στοχευμένες παρεμβάσεις για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων του κλάδου και επαναφέρει στο προσκήνιο κυρίως το αίτημα για τον ΦΠΑ.
Η ανακοίνωση κλείνει, μάλιστα, χρησιμοποιώντας αποστροφή από την ομιλία του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ: «Το χειρότερο λάθος είναι το επαναλαμβανόμενο λάθος».
















