Γράφει η Λίνα Τουπεκτσή
«Τι να καλλιεργήσουμε; Για ακόμη μία χρονιά βλέπουμε φρούτα να μένουν στα δέντρα. Ποιος είναι ο σχεδιασμός για τον αγροτικό τομέα τα επόμενα χρόνια;» Το ερώτημα αυτό ταλανίζει τους αγρότες της Ημαθίας και είναι ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε σήμερα.
Και θα προσθέσω κάτι ακόμη. Δεν πρέπει να αναρωτιόμαστε μόνο τι θα καλλιεργήσουμε σήμερα. Πρέπει να γνωρίζουμε τι θα μπορούμε να πουλήσουμε αύριο. Σε ποια αγορά, σε ποιες ποσότητες και σε ποια τιμή.
Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι σήμερα ένας παραγωγός καλείται να πάρει μια απόφαση που θα τον δεσμεύσει για πολλά χρόνια, έχοντας συχνά ως βασικό σημείο αναφοράς την τιμή της προηγούμενης ή της τρέχουσας καλλιεργητικής περιόδου. Και αυτό δεν αρκεί. Μια δενδρώδης καλλιέργεια δεν είναι μια απόφαση ενός έτους. Είναι επένδυση σε γη, κεφάλαιο, εργασία και νερό. Όταν λοιπόν μια καλλιέργεια εμφανίζει μια καλή τιμή, είναι λογικό ο παραγωγός να θέλει να στραφεί σε αυτήν. Όταν όμως το ίδιο κάνουν χιλιάδες παραγωγοί ταυτόχρονα, δημιουργείται ένα νέο ερώτημα. Μπορεί η αγορά να απορροφήσει τις ποσότητες που θα παραχθούν σε πέντε ή δέκα χρόνια;
Στην Ημαθία το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν παραδοσιακές καλλιέργειες, όπως τα ροδάκινα, έχουν οδηγήσει αρκετούς παραγωγούς στην αναζήτηση εναλλακτικών. Το ακτινίδιο παρουσιάζει σήμερα σημαντικό εμπορικό ενδιαφέρον και οι νέες φυτεύσεις αυξάνονται.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να επαναλάβουμε το ίδιο μοντέλο και να στραφούμε όλοι στην καλλιέργεια που σήμερα φαίνεται να αποδίδει καλύτερα και να αναζητήσουμε λύσεις όταν αύριο δημιουργηθεί υπερπροσφορά.
Δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά του ακτινιδίου. Είμαι υπέρ του σχεδιασμού.
Πριν φυτευτούν χιλιάδες νέα στρέμματα, πρέπει να έχουμε απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Ποια είναι η πραγματική δυναμικότητα της αγοράς; Ποιες ποσότητες μπορεί να απορροφήσει; Ποιες είναι οι προοπτικές των εξαγωγών; Υπάρχουν οι απαραίτητες υποδομές αποθήκευσης, τυποποίησης και μεταποίησης; Πόσο νερό απαιτεί η κάθε καλλιέργεια και πόσο νερό θα έχουμε διαθέσιμο τα επόμενα χρόνια; Ποιο είναι το πραγματικό κόστος παραγωγής; Και, κυρίως, ποια θα είναι η θέση του Έλληνα παραγωγού στην αλυσίδα αξίας;
Αυτές δεν είναι ερωτήσεις που μπορεί να απαντήσει μόνος του ο αγρότης.
Χρειάζεται συνεργασία της Πολιτείας, της Περιφέρειας, των συνεταιρισμών, των παραγωγικών φορέων και της επιστημονικής κοινότητας. Χρειάζονται δεδομένα ανά περιοχή και όχι γενικές προβλέψεις.
Η Ημαθία πρέπει να γνωρίζει όχι μόνο τι παράγει σήμερα, αλλά τι μπορεί να παράγει βιώσιμα την επόμενη δεκαετία. Και κυρίως, πρέπει να γνωρίζει για ποια αγορά θα το παράγει.
Γιατί δεν μπορεί η αγροτική πολιτική να λειτουργεί διαρκώς εκ των υστέρων. Να περιμένουμε να πέσει η τιμή, να μείνει το προϊόν αδιάθετο, να καταστραφεί το εισόδημα του παραγωγού και μετά να αναζητούμε μέτρα στήριξης.
Ο αγρότης χρειάζεται σχέδιο πριν φυτέψει. Οχι αποζημίωση αφού ξεριζώσει. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα για την Ημαθία. Να περάσουμε από την αγροτική πολιτική της διαχείρισης της κρίσης στην αγροτική πολιτική του σχεδιασμού και της πρόληψης. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το πρώτο βήμα για να ξαναδώσουμε στον παραγωγό κάτι που σήμερα του λείπει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Σιγουριά για το αύριο.
















