Ιστορίες ανθρώπων και τόπων, κρυμμένες μέσα σε κοσμήματα, φυλαχτά και παραδοσιακές φορεσιές, «ζωντάνεψαν» στο Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας, σε μια εκδήλωση που ανέδειξε άγνωστες πτυχές της λαϊκής παράδοσης και των δρώμενων του Δωδεκαημέρου.
Η εκδήλωση διοργανώθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας, στο πλαίσιο του εορτασμού των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς, σε συνεργασία με το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης και τον Σύλλογο Βλάχων Βέροιας.
Κεντρικός ομιλητής ήταν ο ενδυματολόγος και σκηνογράφος Χρήστος Μπρούφας, ο οποίος οδήγησε το κοινό πίσω στον χρόνο, αναζητώντας τις ιστορίες που κρύβονταν πίσω από τις παραδοσιακές φορεσιές και τα κοσμήματα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του στα ανδρικά κοσμήματα. Όπως εξήγησε, οι άνδρες που φορούσαν φουστανέλα απέφευγαν κατά κανόνα τα κοσμήματα, καθώς θεωρούσαν ότι δεν ταίριαζαν με την ανδρική φυσιογνωμία. Χαρακτηριστικό είναι, σύμφωνα με όσα ανέφερε, ότι ακόμη και το δαχτυλίδι του γάμου μπορούσε να αφαιρεθεί λίγες ημέρες μετά την τελετή.
Υπήρχαν, ωστόσο, εξαιρέσεις που συνδέονταν περισσότερο με την προστασία παρά με τον καλλωπισμό. Ο Χρήστος Μπρούφας αναφέρθηκε στο σκουλαρίκι που φορούσαν σε αγόρια ως προστασία από το «κακό μάτι», μέχρι την ενηλικίωσή τους. Ανάλογο ρόλο είχαν τα χαϊμαλιά και τα φυλαχτά. Όταν το παιδί μεγάλωνε, το χαϊμαλί έπαυε να φοριέται, όμως το φυλαχτό παρέμενε στο σπίτι, σαν μικρό αποτύπωμα μιας παλαιότερης πίστης που περνούσε από γενιά σε γενιά.
Με την πάροδο του χρόνου εμφανίστηκαν και διαφορετικές μορφές ανδρικού κοσμήματος, περισσότερο χρηστικές. Ανάμεσά τους το ανδρικό κιουστέκι για την ανάρτηση του ρολογιού και η αλυσίδα του ρολογιού, η λεγόμενη «χας αλύσι».
Από εκεί, η αφήγηση πέρασε στους «θρύλους των βουνών», στους περιβόητους ληστές και τους κλεφταρματολούς και στα κοσμήματα που συνδέθηκαν με την εικόνα τους. Και στη συνέχεια έφθασε στα δρώμενα των φουστανελοφόρων του Δωδεκαημέρου: Ρουγκάτσια, Καπεταναίοι, Αράπηδες και Κουδουνάδες.
Οι φορεσιές εδώ αλλάζουν χαρακτήρα. Φορτώνονται με κοσμήματα, νομίσματα και άλλα στοιχεία, ενώ κάθε αντικείμενο γίνεται μέρος μιας τελετουργικής εικόνας. Ο ομιλητής αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκαν αυτά τα δρώμενα και στις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες απέκτησαν τη μορφή και τον συμβολισμό τους.
Έτσι, από τους κουδουνοφόρους και τις μεταμφιέσεις του Δωδεκαημέρου έως τους φουστανελάδες, η ομιλία εξελίχθηκε σε ένα αφηγηματικό ταξίδι μέσα από ανθρώπους, τόπους και παραδόσεις, με τις ενδυμασίες και τα κοσμήματα να λειτουργούν σαν μικρές ψηφίδες μιας μεγαλύτερης ιστορίας.
Την ομιλία πλαισίωσαν χαρακτηριστικές παραδοσιακές ενδυμασίες και κοσμήματα, επιτρέποντας στους παρευρισκόμενους να δουν από κοντά αντικείμενα που κάποτε φορέθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν και απέκτησαν τη δική τους θέση στις παραδόσεις των κοινοτήτων.
Στην έναρξη της εκδήλωσης χαιρετισμό απηύθυνε η αναπληρώτρια διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ημαθίας Γεωργία Στρατούλη, η οποία παρουσίασε τον ομιλητή και έθεσε ένα ευρύτερο ερώτημα γύρω από την πολιτιστική κληρονομιά: τι κινδυνεύει να χαθεί και τι επιλέγεται να διατηρηθεί. Όπως επισήμανε, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά και η δημιουργία χώρων όπου το παρελθόν μπορεί να συνομιλεί με το παρόν.
Υπεύθυνη της εκδήλωσης ήταν η Θέμις Βελένη.

















