Στο τηλέφωνο για το ραντεβού, η γραμματεία ρωτά αν η αξονική θα γίνει «με ή χωρίς σκιαγραφικό» και αν υπάρχει πρόσφατη κρεατινίνη. Για πολλούς είναι η πρώτη φορά που ακούν ότι η εξέταση έχει δύο εκδοχές. Το σκιαγραφικό δεν θεραπεύει κάτι. Είναι μια ουσία που βοηθά την εικόνα να δείξει περισσότερα, και οι ερωτήσεις που το συνοδεύουν έχουν συγκεκριμένο λόγο.
Στην αξονική χρησιμοποιούνται σκευάσματα με βάση το ιώδιο, που χορηγούνται από μια φλέβα του χεριού, συνήθως με αυτόματη αντλία. Το ιώδιο απορροφά τις ακτίνες Χ, οπότε τα αγγεία και οι ιστοί με πλούσια αιμάτωση φαίνονται πιο φωτεινοί για λίγα λεπτά, όσο η ουσία κυκλοφορεί στο αίμα. Έτσι ξεχωρίζουν καλύτερα μια φλεγμονή, μια βλάβη σε ένα όργανο, μια στένωση ή ένας θρόμβος σε αγγείο. Σε ορισμένες εξετάσεις κοιλιάς δίνεται και σκιαγραφικό από το στόμα, διαλυμένο σε νερό, για να διαγραφεί το έντερο. Δεν χρειάζεται πάντα: ο έλεγχος για πέτρα στο νεφρό, αρκετές εξετάσεις πνευμόνων και οι περισσότερες απεικονίσεις οστών γίνονται χωρίς αυτό. Το αν θα δοθεί το ορίζει ο γιατρός που παραπέμπει, μαζί με τον ακτινολόγο.
Το ενδοφλέβιο σκιαγραφικό αποβάλλεται από τα νεφρά μέσα στις επόμενες ώρες. Όταν η νεφρική λειτουργία είναι σημαντικά μειωμένη, η αποβολή αυτή αποτελεί πρόσθετο φορτίο, και οι γιατροί θέλουν να το ξέρουν από πριν. Γι’ αυτό ζητείται μια πρόσφατη μέτρηση κρεατινίνης στο αίμα, ιδίως σε μεγαλύτερες ηλικίες, σε ανθρώπους με διαβήτη ή με γνωστό πρόβλημα στα νεφρά. Με βάση την τιμή, η αξονική τομογραφία μπορεί να γίνει κανονικά, να γίνει με προσαρμογές ή να αντικατασταθεί από άλλη μέθοδο, και η απόφαση αυτή ανήκει στους γιατρούς. Το πόσο «πρόσφατη» πρέπει να είναι η εξέταση αίματος διαφέρει από κέντρο σε κέντρο, όπως και οι οδηγίες για νηστεία, οπότε καλό είναι να ρωτήσετε όταν κλείνετε το ραντεβού.
Η δεύτερη ομάδα ερωτήσεων αφορά τις αλλεργίες. Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι αν είχατε ποτέ αντίδραση σε σκιαγραφικό, τι είδους ήταν και πότε. Χρήσιμο είναι να αναφέρετε επίσης άσθμα, σοβαρές αλλεργίες σε φάρμακα ή τροφές, πάθηση του θυρεοειδούς, πιθανή εγκυμοσύνη ή θηλασμό, καθώς και τα φάρμακα που παίρνετε, ειδικά αν έχετε διαβήτη και λαμβάνετε μετφορμίνη. Οι περισσότερες αντιδράσεις, όταν εμφανίζονται, είναι ήπιες, όπως ναυτία ή φαγούρα, και υποχωρούν γρήγορα. Οι σοβαρές είναι σπάνιες, και το προσωπικό ενός ακτινολογικού τμήματος είναι εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο για να τις αντιμετωπίσει. Αν υπάρχει ιστορικό, ο γιατρός μπορεί να συστήσει προετοιμασία με φάρμακα ή διαφορετική εξέταση.
Τη στιγμή της έγχυσης, πολλοί νιώθουν ένα κύμα ζέστης που απλώνεται στο σώμα, μια μεταλλική γεύση στο στόμα ή την εντύπωση ότι «τους έφυγαν ούρα». Περνά συνήθως μέσα σε ένα δυο λεπτά και δεν αποτελεί αλλεργία. Ο τεχνολόγος συνήθως προειδοποιεί γι’ αυτό, αλλά μέσα στη βιασύνη της ημέρας η πληροφορία χάνεται και ο ανυποψίαστος εξεταζόμενος τρομάζει. Αντίθετα, δύσπνοια, έντονος κνησμός, πρήξιμο στο πρόσωπο ή πόνος στο σημείο της φλέβας είναι πράγματα που λέγονται αμέσως από το μικρόφωνο του θαλάμου.
Μετά την εξέταση ζητείται συνήθως μια μικρή αναμονή στον χώρο πριν αφαιρεθεί ο φλεβοκαθετήρας. Για το υπόλοιπο της ημέρας η συνηθισμένη σύσταση είναι άφθονα υγρά, ώστε να βοηθηθεί η αποβολή του σκιαγραφικού. Όσοι έχουν περιορισμό υγρών, για παράδειγμα λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ή αιμοκάθαρσης, ακολουθούν ό,τι τους έχει πει ο δικός τους γιατρός. Σπάνια εμφανίζεται εξάνθημα ώρες ή και μέρες αργότερα, κάτι που αξίζει να αναφερθεί στον γιατρό. Το όνομα του σκευάσματος αναγράφεται συχνά στο πόρισμα, και αν σημειώθηκε οποιαδήποτε αντίδραση καλό είναι να το κρατήσετε γραμμένο κάπου, γιατί είναι η πρώτη ερώτηση που θα σας κάνουν στο επόμενο ραντεβού.

















