Ένας άνθρωπος εξήντα πέντε χρονών κοιτάζει το ποτήρι στο τραπέζι, ξέρει τι είναι, και η λέξη «νερό» δεν του βγαίνει. Τέτοιοι ασθενείς είναι μεγάλο κομμάτι της δουλειάς του λογοθεραπευτή, κι ας τον έχουμε συνδέσει οι περισσότεροι με το νήπιο που δεν λέει ακόμη το «ρ». Είναι άνθρωποι που ήξεραν να μιλούν μια ζωή και ξαφνικά δεν μπορούν.
Η πιο γνωστή περίπτωση είναι η αφασία, η διαταραχή της γλώσσας που εμφανίζεται συχνά μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο άνθρωπος μπορεί να δυσκολεύεται να βρει λέξεις, να καταλάβει όσα του λένε, να διαβάσει ή να γράψει, σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας. Η σκέψη του παραμένει κατά κανόνα εκεί: ξέρει τι θέλει να πει, αλλά η λέξη δεν έρχεται ή βγαίνει άλλη. Οι συγγενείς το περνούν συχνά για σύγχυση και αρχίζουν να μιλούν πιο δυνατά ή σαν να απευθύνονται σε παιδί. Ο λογοθεραπευτής αξιολογεί τι έχει διατηρηθεί, δουλεύει με τον ασθενή πάνω σε αυτό και δείχνει στην οικογένεια πώς να επικοινωνεί: σύντομες προτάσεις, χρόνος για την απάντηση, χειρονομίες, ένα χαρτί και ένα μολύβι στο τραπέζι. Πόσο θα βελτιωθεί ο καθένας δεν μπορεί να το προβλέψει κανείς με βεβαιότητα.
Λιγότερο γνωστό, ακόμη και σε όσους σκέφτονται το επάγγελμα, είναι το κομμάτι της κατάποσης. Μετά από εγκεφαλικό, σε νευρολογικές παθήσεις όπως το Πάρκινσον ή σε προχωρημένη άνοια, ο μηχανισμός που στέλνει την τροφή στον οισοφάγο και όχι προς τους πνεύμονες μπορεί να μη λειτουργεί σωστά. Ο ασθενής βήχει όταν πίνει νερό, πνίγεται με τη σούπα, και ο κίνδυνος να καταλήξει τροφή στο αναπνευστικό είναι σοβαρός. Στα νοσοκομεία και στα κέντρα αποκατάστασης ο λογοθεραπευτής συμμετέχει στην αξιολόγηση της κατάποσης και προτείνει, μαζί με τους γιατρούς και τους διαιτολόγους, τι υφή πρέπει να έχει το φαγητό και σε ποια στάση να τρώει ο ασθενής. Είναι μια πλευρά που ξαφνιάζει όσους βλέπουν τη λογοθεραπεία ως σπουδή για πρώτη φορά, γιατί έχει πολύ περισσότερη ανατομία και νευρολογία απ’ όσο περίμεναν.
Υπάρχει και μια ομάδα ενηλίκων που δεν είναι καθόλου ασθενείς με τη συνηθισμένη έννοια: όσοι δουλεύουν με τη φωνή τους. Τον Οκτώβριο, έναν μήνα μετά το πρώτο κουδούνι, αρκετοί δάσκαλοι και καθηγητές αρχίζουν να βραχνιάζουν από την Τετάρτη κιόλας. Μιλούν ώρες σε αίθουσες με κακή ακουστική, πάνω από τη φασαρία είκοσι πέντε παιδιών, και πολλοί δεν έμαθαν ποτέ να στηρίζουν τη φωνή με την αναπνοή. Το ίδιο ισχύει για εργαζόμενους σε τηλεφωνικά κέντρα, προπονητές, ψάλτες, τραγουδιστές. Όταν η βραχνάδα επιμένει, ο πρώτος σταθμός είναι ο ωτορινολαρυγγολόγος, και από εκεί, αν χρειαστεί, ο λογοθεραπευτής που θα δουλέψει την τεχνική και τις καθημερινές συνήθειες.
Όλα αυτά αλλάζουν το τι σημαίνει να σπουδάζει κανείς το αντικείμενο. Τα προγράμματα περιλαμβάνουν γλωσσολογία και φωνητική, αλλά και ανατομία της κεφαλής και του τραχήλου, νευρολογία, ψυχολογία και πολλές ώρες κλινικής άσκησης. Ένας υποψήφιος φοιτητής έχει κάθε λόγο να ρωτήσει πού γίνεται αυτή η άσκηση, αν δηλαδή περιλαμβάνει και νοσοκομεία ή μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων εκτός από παιδικά κέντρα. Και να σκεφτεί ειλικρινά αν του ταιριάζει η δουλειά με μεγάλους, που έχει άλλο ρυθμό και άλλο συναισθηματικό βάρος από τη δουλειά με παιδιά.
Η διαφορά αυτή φαίνεται καλύτερα σε ένα δωμάτιο αποκατάστασης. Το παιδί που κάνει λογοθεραπεία έχει μπροστά του μια γλώσσα να κατακτήσει. Ο εξηντάρης με αφασία έχει πίσω του μια γλώσσα που την κατείχε, και θυμάται καλά πώς ήταν να παραγγέλνει καφέ χωρίς να το σκέφτεται. Η απογοήτευση είναι μέρος της συνεδρίας και ο θεραπευτής πρέπει να χωρέσει κι αυτήν μέσα στο πλάνο του. Γι’ αυτό η πρόοδος εδώ μετριέται λιγότερο με το λεξιλόγιο και περισσότερο με όσα ξαναγίνονται δυνατά στην καθημερινότητα: ένα σύντομο τηλεφώνημα στην εγγονή, μια παραγγελία στον φούρνο της γειτονιάς.
















