Το νέο μυθιστόρημα του φιλόλογου και συγγραφέα Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, με τίτλο «Νοσοκομείο Σωτηρία», παρουσιάστηκε την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου στον πολυχώρο Sala Ελιάς στη Βέροια.
Την εκδήλωση διοργάνωσαν οι Εκδόσεις Κίχλη, ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Ημαθίας και το βιβλιοπωλείο Ηλιοτρόπιο.
Για το βιβλίο μίλησαν η φιλόλογος και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Ημαθίας Δέσποινα Καρυπίδου, ο Σύμβουλος Εκπαίδευσης Εκπαιδευτικών Π.Ε.02 Φιλολόγων Ημαθίας Θεόδωρος Χαμπίδης και ο ίδιος ο συγγραφέας Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης. Τη συζήτηση συντόνισε η Δέσποινα Καρυπίδου.
Το «Νοσοκομείο Σωτηρία» έχει ως βασικό σκηνικό το ομώνυμο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύεται ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής, ένας βιβλιοπώλης και συγγραφέας. Μέσα από τη δική του περιπέτεια υγείας, αλλά και τις ιστορίες άλλων ασθενών, το μυθιστόρημα προσεγγίζει την ασθένεια, τον πόνο, τη μνήμη, τον θάνατο και την ανάγκη του ανθρώπου να αναζητήσει νόημα. Το νοσοκομείο δεν λειτουργεί απλώς ως χώρος νοσηλείας, αλλά ως ένας μικρόκοσμος της ελληνικής κοινωνίας και Ιστορίας. Προσωπικές ιστορίες και γεγονότα του 20ού αιώνα, από τη φτώχεια, τη φυματίωση και τη Μικρασιατική Καταστροφή έως τον Εμφύλιο, τις εξορίες και τις κοινωνικές συγκρούσεις, συνυπάρχουν στις σελίδες του βιβλίου.
Η Ιστορία, ωστόσο, δεν παρουσιάζεται μόνο μέσα από τα επίσημα γεγονότα και τα αρχεία, αλλά και μέσα από τα σώματα των ανθρώπων που πόνεσαν, νόσησαν, περιθωριοποιήθηκαν ή ξεχάστηκαν. Το ανθρώπινο σώμα γίνεται έτσι φορέας προσωπικής και συλλογικής μνήμης, ένας «τόπος» πάνω στον οποίο η Ιστορία αφήνει τα ίχνη της.
Παράλληλα, ο κεντρικός ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με αποσιωπημένες αλήθειες της οικογενειακής του ιστορίας, μυστικά και απώλειες, συνδέοντας την προσωπική μνήμη με τη συλλογική ιστορική μνήμη.
Η αφήγηση αξιοποιεί διαφορετικά είδη υλικού, όπως προσωπικές ιστορίες, επιστολές, ποιήματα, τραγούδια, μαρτυρίες και δημοσιεύματα του Τύπου, δημιουργώντας ένα πολυφωνικό και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα.
Η Δέσποινα Καρυπίδου αναφέρθηκε στους συντελεστές της παρουσίασης, ενώ στη συνέχεια στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο το μυθιστόρημα προσεγγίζει το ανθρώπινο σώμα, την ασθένεια, τη μνήμη και την Ιστορία.
Το βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη εκτυλίσσεται με φόντο το νοσοκομείο «Σωτηρία» και μέσα από την περιπέτεια υγείας του βασικού ήρωα συνδέει την προσωπική δοκιμασία με τη συλλογική μνήμη της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Η ασθένεια, ο πόνος, η φθορά του σώματος και ο φόβος του θανάτου συναντούν ιστορικά τραύματα, όπως η φτώχεια, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο Εμφύλιος, οι εξορίες και οι κοινωνικοί αποκλεισμοί.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο σώμα ως φορέα μνήμης, αλλά και στην ανάγκη του ανθρώπου να αναζητήσει νόημα όταν έρχεται αντιμέτωπος με την ευαλωτότητα και την απώλεια. Παράλληλα, μέσα από επιστολές, ποιήματα, μαρτυρίες και ιστορικά τεκμήρια, το μυθιστόρημα συγκροτεί ένα πολυφωνικό μωσαϊκό ανθρώπινων ιστοριών που κινδυνεύουν να χαθούν στη λήθη.
Χαρακτήρισε το βιβλίο ως μια αφήγηση για «το σώμα που νοσεί και την Ελλάδα που ασθενεί», αλλά ταυτόχρονα και ως μια αναζήτηση προσωπικής και συλλογικής θεραπείας και σωτηρίας.
Όπως ανέφερε, διάβασε το βιβλίο «απνευστί», εκτιμώντας ιδιαίτερα τις παράλληλες ιστορίες, τις διαφορετικές ανθρώπινες εμπειρίες και την ικανότητα του συγγραφέα να μετατρέπει όσα αφηγείται σε εμπειρία και του ίδιου του αναγνώστη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη δύναμη της αφήγησης να διασώζει ανθρώπους και γεγονότα από τη λήθη, να δίνει νόημα σε όσα συχνά μοιάζουν ανεξήγητα και να κρατά ζωντανές εμπειρίες που διαφορετικά θα χάνονταν με το πέρασμα του χρόνου.
Ο Θεόδωρος Χαμπίδης επέλεξε να αφήσει στην άκρη την προσωπική του σχέση με τον συγγραφέα, καθώς υπήρξαν συμφοιτητές στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων, και να επικεντρωθεί αποκλειστικά στο έργο και στο τι μπορεί αυτό να προκαλέσει στον αναγνώστη.
Όπως σημείωσε, το «Νοσοκομείο Σωτηρία» δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα που έχει ως σκηνικό ένα νοσοκομείο. Το νοσοκομείο λειτουργεί ως αφετηρία για να εξεταστεί κάτι πολύ μεγαλύτερο: ο άνθρωπος όταν το σώμα του παύει να είναι αυτονόητο, η μνήμη όταν παύει να είναι ασφαλής και η Ιστορία όταν συνειδητοποιούμε ότι δεν βρίσκεται μόνο στα αρχεία, αλλά και πάνω στους ανθρώπους.
Συμφώνησε με τη φράση της Δέσποινας Καρυπίδου ότι το βιβλίο αποτελεί μια «πανύψιστη χωματερή της Ιστορίας», επισημαίνοντας τον τρόπο με τον οποίο το σώμα παρουσιάζεται ως ένας παράξενος τόπος, ως επιφάνεια εγγραφής αλλά και ως χώρος απόρριψης. Η Ιστορία, όπως ανέφερε, γράφει, ξαναγράφει, καλύπτει και αφήνει ίχνη.
Στάθηκε στη διάκριση ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός και το ανθρώπινο βίωμα του γεγονότος.
Το «Νοσοκομείο Σωτηρία» δεν προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα του παρελθόντος, αλλά θραύσματα. Μέσα από φωνές, επιστολές, ποιήματα, μαρτυρίες και δημοσιεύματα του Τύπου, ο αναγνώστης καλείται να συνδέσει τα γεγονότα, να συμπληρώσει τα κενά, να υποθέσει και να ερμηνεύσει, συμμετέχοντας ουσιαστικά στη δημιουργία του αφηγηματικού νήματος.
Ο κ. Χαμπίδης στάθηκε ιδιαίτερα στη σχέση του βιβλίου με την Ιστορία, όχι ως απλή καταγραφή γεγονότων, αλλά ως ιστορία της μνήμης: ποιοι την κατέγραψαν, ποιους αφορά και ποιοι τελικά έμειναν έξω από αυτήν.
«Η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται σε όσα δεν φαίνονται», ανέφερε χαρακτηριστικά, ενώ ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον τίτλο του μυθιστορήματος και στην έννοια της αντίστασης στη λήθη.
Πρόκειται τελικά για ένα μυθιστόρημα που αφορά όχι μόνο το παρελθόν αλλά και το παρόν, καθώς εξακολουθούμε να έχουμε σώματα που θυμούνται, οικογένειες που σιωπούν, ανθρώπους που δεν καταγράφονται και ιστορίες που χάνονται.
Ο Θεόδωρος Χαμπίδης προσέγγισε το έργο από πολιτική, ιστορική και ψυχαναλυτική σκοπιά, ενώ ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του διαβάζοντας αποσπάσματα από το βιβλίο.
Τον λόγο πήρε στη συνέχεια ο συγγραφέας Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, ο οποίος μίλησε για τη δημιουργία του νέου του έργου και την ιδιαίτερη θέση του στην υπό διαμόρφωση τριλογία του.
Το «Νοσοκομείο Σωτηρία» αποτελεί τον δεύτερο τόμο της τριλογίας, μετά το «Χιόνι των Αγράφων», που κυκλοφόρησε πριν από περίπου πέντε χρόνια. Ο τρίτος τόμος αναμένεται να κυκλοφορήσει σε περίπου δύο χρόνια.
Ο συγγραφέας αναφέρθηκε στο ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος και ειδικότερα στην περίοδο του Εμφυλίου, διευκρινίζοντας ότι πρόθεσή του δεν ήταν να σταθεί αποκλειστικά στην ιστορική καταγραφή της εποχής, αλλά να την προσεγγίσει μέσα από τα φίλτρα και τις εμπειρίες των ανθρώπων που τη βίωσαν.
Αφετηρία για τη δημιουργία του έργου αποτέλεσε ένα δραματικό ιστορικό γεγονός: η εκτέλεση αναπήρων στις 30 Νοεμβρίου 1943. Επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν τραυματιστεί στα ελληνοϊταλικά και ελληνογερμανικά μέτωπα και νοσηλεύονταν σε νοσοκομεία. Σύμφωνα με την ιστορική αφήγηση στην οποία αναφέρθηκε ο συγγραφέας, λόγω της αντιστασιακής τους δράσης, οδηγήθηκαν στην εκτέλεση από τις κατοχικές δυνάμεις και τους συνεργάτες τους.
Η αφετηρία αυτή συνδέθηκε με ένα μνημείο στο νοσοκομείο «Σωτηρία», το οποίο τιμά τους ανθρώπους που νοσηλεύονταν εκεί και εκτελέστηκαν. Από αυτό το σημείο, όπως εξήγησε ο συγγραφέας, γεννήθηκε η ιδέα του μυθιστορήματος και αξιοποιήθηκε ο ιδιαίτερος χώρος του νοσοκομείου ως πυρήνας της αφήγησης.
Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης μίλησε ακόμη για την τεχνική που ακολούθησε στο βιβλίο, την οποία χαρακτήρισε θραυσματική, ψηφιδωτή αφήγηση. Η ίδια τεχνική, όπως ανέφερε, θα συνεχιστεί και στον τρίτο τόμο της τριλογίας.
Το βιβλίο περιλαμβάνει πολλές και παράλληλες ιστορίες, συνδυάζοντας το υπαρξιακό με το πολιτικό, το ερωτικό με το ιστορικό. Η Ιστορία παρουσιάζεται ως πολυδαίδαλη και πολύπτυχη, ενώ η πρόζα συνυπάρχει με την ποίηση, προσδίδοντας στο έργο μια ιδιαίτερη ποιητική διάσταση.
Ο συγγραφέας στάθηκε επίσης στη γλώσσα ως εργαλείο, αλλά και στην αισθητική απόλαυση που επιδιώκει να προσφέρει στον αναγνώστη, μέσα από την πλοκή αλλά και το πικρό χιούμορ. Όπως σημείωσε, στόχος του είναι να προτείνει μια διαφορετική αισθητική και αφηγηματική προσέγγιση μέσα από την τριλογία.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με διάδραση με το κοινό, ενώ ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης υπέγραψε αντίτυπα των βιβλίων του.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Μωυσής Παναγιωτίδης, βιβλιοπώλης και συγγραφέας, αφηγείται και γράφει, νοσηλευόμενος σε θάλαμο του νοσοκομείου Σωτηρία. Οι προσωπικές αναμνήσεις και οι στοχαστικές –συχνά ευτράπελες και σαρκαστικές– καταγραφές του, που προσπαθούν να ξορκίσουν το φάσμα του θανάτου, εναλλάσσονται με τεκμήρια, σκόρπιες σημειώσεις και μυθοπλαστικές απόπειρες. Το σχέδιο ενός βιβλίου για τη Μαρία Πολυδούρη και τη Φιλησία Στάθη-Πουλιοπούλου όλο ξεστρατίζει· τα ανεπούλωτα τραύματα και τα φαντάσματα της προσωπικής ιστορίας συναντούν την ιστορία του νοσοκομείου, σκηνικό δραματικών γεγονότων που σφράγισαν την Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας: από την κοινωνική απομόνωση των στιγματισμένων φυματικών στις αυτοσχέδιες παραγκουπόλεις, ώς τις αντιστασιακές δράσεις επί Κατοχής και τις πολιτικές εκτελέσεις στον περίβολό του.
Ένα θρυμματισμένο μυθιστόρημα-ψηφιδωτό για την ασθένεια και τη γραφή, την απώλεια που δεν ξεπερνιέται και την πατρότητα που δοκιμάζεται, τις πληγές που αφήνει η Ιστορία και τη μνήμη που παραμένει καταφύγιο απέναντι στη λήθη.
«Δεν ξέρω άλλο χώρο που να συμπυκνώνει τόσες σιωπές, τόσες κραυγές, τόσους αγώνες, τόσες ελπίδες και τόσες διαψεύσεις από τούτο το νοσοκομείο· εδώ η πρόσφατη ιστορία του τόπου αποτυπωμένη στα παλιά κτίρια, στο τοιχίο των εκτελέσεων, στο ρέμα που χώριζε τους αριστερούς απ’ τους εθνικόφρονες, στον πευκώνα που φιλοξενούσε τεκέδες και οίκους ανοχής, στους θαλάμους με τους φθισικούς που πέθαιναν σαν τις μύγες, και, κυρίως, στις δεκάδες βαλίτσες με τα μπογαλάκια και την αλληλογραφία των αζήτητων νεκρών και λοιπών ασθενών, που ανακαλύφθηκαν κρυμμένες σ’ έναν τοίχο».
«Θα μπορούσα, επίσης, να συνεχίσω την έρευνά μου στα αρχεία του Σωτηρία, στη βιβλιοθήκη και στο μουσείο, με την ελπίδα να βρω πληροφορίες για τον παππού Μωυσή. Να τον ανασύρω απ’ τ’ αζήτητα της οικογενειακής μνήμης, να δώσω μια εικόνα στη μορφή και μια ιστορία στη ζωή του. […] Δεν μ’ ενδιαφέρει τόσο η εξορία, ούτε η δήλωση μετανοίας, ούτε η περίθαλψή του στο Σωτηρία, ούτε ο εγκλεισμός του στο Δρομοκαΐτειο και στη Λέρο. Μόνο τι χρώμα είχαν τα μάτια του, αν ψεύδιζε έστω κι ελάχιστα, όπως εγώ, στο «σ», αν έστρεφε το βλέμμα του στον ουρανό τα βράδια, και τι ένιωθε όταν έβλεπε τη θάλασσα να φουρτουνιάζει».
«Μην ακούς τις ψεύτικες τις λέξεις, τις ξελογιάστρες, τις μαριόλες. Ένα ψέμα είναι που το λένε Σωτηρία. Δεν υπάρχει σωτηρία στο Σωτηρία. Ούτε ελπίδα ούτε έλεος. Εδώ μόνο ο θάνατος μας ελεεί».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970 στο Δυτικό Πέλλας, όπου ζει μέχρι σή-μερα. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων (Τρεις μνήμες και δύο ζωές, Μεταίχμιο, 2005· Ζώνη πυρός, Μεταίχμιο, 2014· Η ιδιω-τική μου αντωνυμία, Κίχλη, 2018), δύο νουβέλες (Καλά μόνο να βρεις, Κέδρος, 2006· Νώε, Κίχλη, 2024), τέσσερα μυθιστορήματα (Το παραμύθι του ύπνου, Μεταίχμιο, 2008· Αστοχία υλικού, Μεταίχμιο, 2010· Έξοδα νοσηλείας, Ενύπνιο, 2020· Το χιόνι των Αγράφων, Κίχλη, 2021) και μία ποιητική συλλογή (Γυναικών τε, Εύμαρος, 2023). Το 2021, το μυθιστόρημά του Έξοδα νοσηλείας τιμήθηκε με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για βιβλίο που προωθεί ευαίσθητα κοινωνικά θέματα, και, το 2022, το μυθιστόρημα Το χιόνι των Αγράφων απέσπασε το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Ο Αναγνώστης.















