Δύο δημοσιεύματα στην ίδια εφημερίδα, την ίδια ημέρα. Δύο διαφορετικές εικόνες της ελληνικής οικονομίας. Και ανάμεσά τους ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: Ποιοι ωφελούνται από τη σημερινή λειτουργία της ενεργειακής αγοράς και ποιοι πληρώνουν το κόστος;
Στη σημερινή έκδοση της «Καθημερινής», την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, δύο οικονομικά ρεπορτάζ αποτυπώνουν μια ενδιαφέρουσα αντίθεση.
Το πρώτο αναδεικνύει το υψηλό ενεργειακό κόστος ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής βιομηχανίας. Το δεύτερο παρουσιάζει τον ιστορικά υψηλό κύκλο εργασιών της Metlen, με τον ενεργειακό τομέα να αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης του ομίλου.
Σύμφωνα με τα ενδιάμεσα αποτελέσματα μελέτης του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), η Ελλάδα κατατάσσεται στην 23η θέση μεταξύ 24 ευρωπαϊκών χωρών ως προς το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για βιομηχανικούς χρήστες.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το 72% των επιχειρήσεων θεωρεί το ενεργειακό κόστος το μεγαλύτερο εμπόδιο για επενδύσεις.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα, απασχολούν εργαζομένους και προσπαθούν να ανταγωνιστούν εταιρείες άλλων ευρωπαϊκών χωρών ξεκινούν με ένα σοβαρό μειονέκτημα: πληρώνουν ακριβά ένα από τα βασικότερα αγαθά που χρειάζονται για να λειτουργήσουν.
Την ίδια στιγμή, το δεύτερο δημοσίευμα παρουσιάζει την εντυπωσιακή ανάπτυξη της Metlen. Ο όμιλος ανακοίνωσε κύκλο εργασιών 6,21 δισ. ευρώ για το εννεάμηνο του 2026, αυξημένο κατά 21% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Από αυτά, τα 4,95 δισ. ευρώ προέρχονται από τον ευρύτερο ενεργειακό τομέα, στον οποίο τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 22%.
Πρέπει βεβαίως να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για έσοδα και όχι για καθαρά κέρδη, ενώ σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων του ομίλου αναπτύσσεται και στο εξωτερικό. Συνεπώς, τα συγκεκριμένα οικονομικά αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι η ανάπτυξη της εταιρείας προέρχεται από τις υψηλές τιμές που πληρώνουν οι ελληνικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, η παράλληλη δημοσίευση των δύο ειδήσεων αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα οικονομικής πολιτικής.
Πώς μπορεί η ενέργεια να αποτελεί έναν από τους δυναμικότερους τομείς της ελληνικής επιχειρηματικότητας, ενώ το κόστος της εξακολουθεί να περιορίζει την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής;
Η ανάπτυξη μεγάλων ενεργειακών ομίλων είναι ασφαλώς θετική για την οικονομία, όταν συνοδεύεται από επενδύσεις, θέσεις εργασίας, τεχνολογική πρόοδο και ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μια εταιρεία αναπτύσσεται και παρουσιάζει ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ανάπτυξη του ενεργειακού κλάδου δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχα ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας για το σύνολο της παραγωγικής οικονομίας.
Μια βιομηχανία δεν μπορεί να σχεδιάσει εύκολα νέες επενδύσεις όταν δεν γνωρίζει με ασφάλεια το μελλοντικό ενεργειακό της κόστος. Μια μικρομεσαία μεταποιητική επιχείρηση δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί επιχειρήσεις άλλων χωρών όταν επιβαρύνεται με υψηλότερους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Και τελικά, το κόστος αυτό δεν μένει μόνο στην επιχείρηση. Μπορεί να μεταφερθεί στις τιμές των προϊόντων, να περιορίσει την απασχόληση ή να οδηγήσει στην αναβολή επενδύσεων.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για περιοχές όπως η Ημαθία, όπου η μεταποίηση αγροτικών προϊόντων, η ψύξη, η συντήρηση, η συσκευασία και η λειτουργία βιοτεχνικών μονάδων συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
Για μια επιχείρηση που λειτουργεί ψυκτικούς θαλάμους ή μια μονάδα επεξεργασίας φρούτων, η τιμή του ρεύματος δεν αποτελεί μια δευτερεύουσα λειτουργική δαπάνη. Είναι παράγοντας που επηρεάζει το τελικό κόστος παραγωγής και την ανταγωνιστικότητά της.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης.
Δεν αρκεί να αυξάνονται οι επενδύσεις στην παραγωγή ενέργειας, να αναπτύσσονται οι ανανεώσιμες πηγές και να ανακοινώνονται υψηλοί κύκλοι εργασιών. Χρειάζεται να εξετάζεται κατά πόσο αυτή η ανάπτυξη δημιουργεί πραγματικό όφελος και για τις επιχειρήσεις που καταναλώνουν την ενέργεια.
Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από την οικονομική πορεία των εταιρειών του κλάδου. Πρέπει να κρίνεται και από το εάν η βιομηχανία, η βιοτεχνία και η μικρομεσαία επιχείρηση μπορούν να λειτουργούν με ανταγωνιστικούς όρους.
Η μείωση του ενεργειακού κόστους, η πρόσβαση σε μακροχρόνια συμβόλαια με προβλέψιμες τιμές, η ενίσχυση των δικτύων και η δυνατότητα περισσότερων επιχειρήσεων να αξιοποιούν φθηνότερη καθαρή ενέργεια αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις.
Η πραγματική επιτυχία μιας ενεργειακής πολιτικής δεν μετριέται μόνο από τα δισεκατομμύρια που διακινούνται στην αγορά ενέργειας, αλλά και από το πόσο ανταγωνιστική γίνεται η οικονομία που εξαρτάται από αυτήν.
Και όσο η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς το ενεργειακό κόστος, αυτή η αντίφαση θα παραμένει ανοιχτή.

















