Γράφει ο Τάσος Βασιάδης
«Ουκ ένι ιατρική ειδέναι, όστις μη οίδεν ότι εστίν άνθρωπος» ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ
Η συνεχής και έντονη αρνητική απασχόληση της επικαιρότητας σχετικά με το θέμα των πιστοποιήσεων και των συννόμων λειτουργιών των ιατρείων, των ιατρικών εργαστηρίων και γενικώς των Mονάδων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας, έχει ως συνέπεια την διατάραξη της σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ ασθενούς και ιατρού, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε διαγνωστικό και θεραπευτικό έργο.
Με την ως άνω αναφορά του Πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη, επισημαίνεται η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του Ιατρού ανθρώπου και του πάσχοντος ανθρώπου, για τον οποίον ο Ιατρός έχει την ευθύνη της διάγνωσης και της θεραπείας του.
Από τα αρχαιότερα χρόνια μέχρι και την εποχή μας, η σχέση μεταξύ ασθενούς και ιατρού ήταν και είναι από την φύση της εξαιρετικά περίπλοκη σε άλλοτε άλλο βαθμό.
Ο Ιατρός είναι ο ειδικός επιστήμων ο οποίος αξιοποιεί και μεταφέρει τις βασικές και απαραίτητες πληροφορίες για την ασθένεια από την οποία πάσχει ο ασθενής.
Είναι εκείνος που θέτει την διάγνωση της νόσου, προσδιορίζει την πρόγνωση, ορίζει την θεραπεία, εκτελεί τις αναγκαίες ιατρικές πράξεις και δίδει τις περαιτέρω οδηγίες για την ομαλή ανάρρωση και αποθεραπεία του ασθενούς.
Ο ασθενής είναι το άλλο πρόσωπο της σχέσης.
Είναι εκείνος που βλέπει έντρομος να σείεται το οικοδόμημα του ομαλού μέχρι τότε βίου του, αυτός που χάνει την δυνατότητα της αυτοδιαχείρισης του, που καταλαμβάνεται από αίσθημα αδικίας, άγχος, μελαγχολία, πανικό και ανασφάλεια, που κατακλύζεται από πλήθος πληροφοριών για το πρόβλημα του, είτε από το διαδίκτυο είτε από το κοινωνικό του περιβάλλον, ως επί το πλείστον ανεύθυνων και που πρέπει να ξεπεράσει όλα αυτά και να εναποθέσει την ελπίδα και την εμπιστοσύνη στον Ιατρό στον οποίο απευθύνεται.
Διαφορετική η αφετηρία σκέψης του καθενός και εντελώς ξεχωριστή η προσέγγιση του προβλήματος από τον καθένα.
Για την επιτυχή όμως διάγνωση και αντιμετώπιση της νόσου από την οποία πάσχει ο ασθενής και την οποία καλείται να διαγνώσει και να θεραπεύσει ο ιατρός, χρειάζεται να οικοδομηθεί μια ιδιαίτερη σχέση επικοινωνίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών, πράγμα το οποίο πολλές φορές, αποδεικνύεται ιδιαίτερα δυσχερές.
Η σχέση αυτή δεν υπόκειται σε κανόνες, είναι εξατομικευμένη και εξαρτάται από τους χαρακτήρες των προσώπων που την συνθέτουν, τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και τις ιδιαιτερότητες κάθε νόσου και κάθε θεραπευτικού μέσου.
Ο Ιατρός ως ειδικός επιστήμων καλείται να συμπάσχει με τον πάσχοντα και να εστιάσει όλες τις προσπάθειες του για την άμβλυνση του πόνου και την αναζωπύρωση της ελπίδας.
Ανεξάρτητα από την ειδικότητα και τις επιμέρους εξειδικεύσεις, τόσο στον κλινικό όσο και στον εργαστηριακό τομέα, η ιατρική προσπάθεια, κατατείνει στην αντιμετώπιση του ανθρώπινου πόνου, στην διατήρηση της ψυχοσωματικής ακεραιότητας και στην εξασφάλιση της Υγείας ως του πλέον πολύτιμου αγαθού για την ζωή του ανθρώπου.
Όλα όμως τα επιστημονικά εφόδια και οι άριστες των προθέσεων, καθίστανται ελλειπή και ανίσχυρα, εάν δεν έχει εξασφαλιστεί η αναγκαία σχέση οικειότητας, συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ ασθενούς και Ιατρού.
Η επαφή του Ιατρού με ανήσυχους, φοβισμένους ανθρώπους, είναι ιδιαίτερα επίπονη.
Το ίδιο και η ανάγκη προσαρμογής της ιατρικής μεθοδολογίας απέναντι στους διαφορετικούς χαρακτήρες των ασθενών.
Κατ αρχάς υπάρχει ο απαιτητικός ασθενής, ο οποίος επιμένει να υποβληθεί σε κάποια θεραπεία την οποία ο Ιατρός του δεν θα ήθελε να συστήσει.
Επίσης, υπάρχει ο δύσπιστος από την φύση του ασθενής που δυσχεραίνει την επωφελή επικοινωνία, ο οποίος αναζητεί πληροφορίες για το πρόβλημα τους προστρέχοντας στην εμπειρία άλλων ασθενών και δεχόμενος ανεύθυνες συμβουλές από άτομα του στενού η ευρύτερου κοινωνικού τους περιβάλλοντος.
Η τεχνολογική εξέλιξη δίνει την δυνατότητα σε πολλούς να κάνουν έρευνα μέσω του διαδικτύου αναζητώντας χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το πρόβλημά τους.
Αυτή η δυνατότητα έχει διπλή όψη, καθώς παρέχει μεν πληροφόρηση, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί και να αξιολογηθεί ως προς το εξατομικευμένο πρόβλημα του ασθενούς, ο οποίος δεν διαθέτει την απαραίτητη γνώση και κρίση προς τούτο.
Πέραν τούτου η εμμονή στα στοιχεία της έρευνας που διενεργεί ο ασθενής, υποσκάπτει την την εμπιστοσύνη του ως προς τον Ιατρό του οποίου ζητά την αρωγή.
Η φαινομενικά διαφορετική διατύπωση της ιδίας διάγνωσης, από διαφορετικούς Ιατρούς στους οποίους προσφεύγει ο ασθενής για «δεύτερη» γνώμη, επιτείνει την δυσπιστία.
Τέλος, πάντα υπάρχει και ο ανυπόμονος ασθενής.
Αυτός εγκαταλείπει τη θεραπεία πριν προλάβουν να φανούν τα αποτελέσματά της, προστρέχοντας ίσως για βοήθεια κάπου αλλού.
Είναι δε απογοητευτικό για τον Ιατρό να διαπιστώνει ότι ο δύσπιστος ασθενής του δεν συμμορφώνεται με τις οδηγίες του.
Παρόλα αυτά φαίνεται πως πάντα υπάρχει μια σχέση «εξάρτησης» καθώς ο ασθενής αποβλέπει στην επεξήγηση και στην βοήθεια του Ιατρού, ακόμα και όταν είναι δύσπιστος προς αυτόν.
Δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η διάγνωση ενός σοβαρού νοσήματος για τον ασθενή είναι μια ανατροπή, αλλά ταυτόχρονα και το ξεκίνημα ενός νέου τρόπου ζωής, στον οποίο πρέπει να μάθει να ανταπεξέρχεται καθημερινά.
Η καλή σχέση Ιατρού και ασθενούς αυξάνει την ικανοποίηση του Ιατρού από το αποτέλεσμα της εργασίας του, ενισχύει την αυτοπεποίθηση του ασθενούς και αναδεικνύει την θετική εικόνα της κατάστασης της υγείας του, η οποία επηρεάζει την τελική έκβαση της νόσου.
Καθίσταται επομένως περισσότερο από αναγκαία η οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ ασθενούς και Ιατρού.
Ο ασθενής πρέπει να απευθύνεται ειλικρινά προς τον Ιατρό και να του εκθέτει ανοιχτά όλες τις απορίες του.
Ο Ιατρός με την σειρά του οφείλει να αναπτύξει τις επικοινωνιακές και διαπροσωπικές δεξιότητες του, που θα του δώσουν την δυνατότητα συλλογής πληροφοριών για τη διευκόλυνση μιας ακριβούς διάγνωσης, τη παροχή θεραπευτικών οδηγιών και τη δημιουργία σχέσεων φροντίδας με τους ασθενείς.
Είναι εμφανές όμως ότι για την ανάπτυξη αυτής της αναγκαίας καλής σχέσης ορθώνονται εμπόδια που την καθιστούν μια πραγματική δοκιμασία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις τόσο ο Ιατρός όσο και ο ασθενής αναζητούν υψηλά ηθικά πρότυπα, που θα τους ενδυναμώσουν στην δοκιμασία της ανάπτυξης σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης και εγγύτητας.
Δεν είναι δε λίγοι και εκείνοι οι Ιατροί που γνωρίζουν το σωματικό μαρτύριο, καθώς προσβάλλονται και οι ίδιοι από λοιμώδη η και ανίατα νοσήματα, καθώς και άλλοι που πέφτουν θύματα βίας, στην καθημερινή άσκηση του λειτουργήματος τους, ή μετέχοντας σε ανθρωπιστικές αποστολές.
Ο σύγχρονος Ιατρός αλλά και ο σύγχρονος ασθενής καλούνται να διαμορφώσουν την σχέση τους υπό το φώς της ανθρώπινης προσέγγισης και αγάπης, σε μια εποχή που κυριαρχούν ο οικονομικός ανταγωνισμός, οι κοινωνικές ανισότητες, η τεχνολογική κυριαρχία, η ανθρώπινη αποξένωση, η εγκατάλειψη, η απορφάνευση, ο γογγυσμός και η θλίψη.
Η πλέον υψηλή επιστημονική γνώση, η ακριβέστερη διάγνωση της πάθησης και η πιο αποτελεσματική θεραπεία, εάν δεν διαπνέονται από το πνεύμα του ανθρωπισμού, δεν μπορούν να αγγίξουν την βαθύτερη προσδοκία της ανθρώπινης ψυχής, που ξεπερνάει την σωματική ίαση.
Στην σύγχρονη εποχή μας ο Ιατρός και ο ασθενής, βιώνουν μια ιλιγγιώδη πορεία της επιστημονικής γνώσης, που χαρακτηρίζεται από έκδηλη ευμεταβλητότητα και συνεχώς μεγαλύτερη εξάρτηση από την τεχνολογική εξέλιξη, που παραμερίζουν την ιατρική σκέψη.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Ιατρός καλείται να διατηρεί την επιστημονική του εγκυρότητα, να περιφρουρεί την πνευματική του ανεξαρτησία και να διαφυλάσσει την επιστημονική του συνείδηση, αναλαμβάνοντας την προσωπική του ευθύνη έναντι του πάσχοντος συνανθρώπου.
Ο ασθενής επιβάλλεται να παραμερίζει τις όποιες επιφυλάξεις του, από όπου και εάν προέρχονται και να εμπιστεύεται τον Ιατρό τον οποίο επέλεξε, να εφαρμόζει τα θεραπευτικά μέσα που υπέδειξε, να τον ενημερώνει τακτικά για την πορεία της νόσου και της εφαρμοζόμενης θεραπείας και να μη τείνει ευήκοο ους σε αρνητικά σχόλια, που συνήθως κινούνται από ανταγωνισμό και κακεντρέχεια.
Η διεθνής πρωτοβουλία για την αναγνώριση της σχέσης μεταξύ Ιατρού και Ασθενούς είχε ώς αποτέλεσμα την ανακύρηξη της από την UNESCO ως «Μνημείου Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας», με την οποία διακηρύσσεται σαφώς ότι:
«Η ποιοτική σχέση Ιατρού – Ασθενούς αποτελεί θεμελιώδη ανθρώπινη συνιστώσα για την υγειονομική περίθαλψη του πολίτη, καθώς παρέχει πολλαπλή στήριξη στην κατάσταση της αβεβαιότητας και ταλαιπωρίας που προκαλεί η ασθένεια και η θεραπευτική αγωγή, ενώ συμβάλλει στη βελτίωση των διαδικασιών διαγνωστικού προσανατολισμού και θεραπείας, που με τον τρόπο αυτόν, μπορεί να φτάσει σε υψηλό επίπεδο εξατομίκευσης και σεβασμού».
Αυτή η διακήρυξη της UNESCO αποτελεί και την πλέον καταλυτική απάντηση στην αρνητική επικαιρότητα, η οποία θέτει σε αμφισβήτηση την μοναδική σχέση Ιατρού – Ασθενούς, με συνέπεια την ποιοτική υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών Υγείας.
















