Η ημερομηνία σηματοδοτεί την είσοδο της χώρας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο επίκεντρο της επετείου βρίσκεται η απόφαση να αποκρουστεί η επίθεση, καθώς και η προσπάθεια στρατιωτών και αμάχων που ακολούθησε. Το «Όχι» καθιερώθηκε ως η λέξη που συνοψίζει αυτή τη στάση απέναντι στον εισβολέα.
Η ιταλική επιθετικότητα είχε εκδηλωθεί πριν από τον Οκτώβριο του 1940. Η Ιταλία είχε καταλάβει την Αλβανία τον Απρίλιο του 1939, αποκτώντας άμεση πρόσβαση στα ελληνικά σύνορα. Στις 15 Αυγούστου 1940, ιταλικό υποβρύχιο τορπίλισε και βύθισε το καταδρομικό «Έλλη» στην Τήνο, ενώ η Ελλάδα παρέμενε ακόμη εκτός πολέμου.
Περίπου στις 3 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, έφθασε στην κατοικία του Ιωάννη Μεταξά στην Κηφισιά. Παρέδωσε τελεσίγραφο με το οποίο η ιταλική κυβέρνηση απαιτούσε να επιτραπεί στα στρατεύματά της να εισέλθουν στην Ελλάδα και να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της επικράτειας. Η προθεσμία έληγε στις 6 το πρωί.
Η αποδοχή των απαιτήσεων θα επέτρεπε την παρουσία ξένου στρατού σε ελληνικό έδαφος χωρίς αντίσταση. Η απάντηση του Μεταξά έχει καταγραφεί στα γαλλικά ως «Alors, c’est la guerre», δηλαδή «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο». Το ιστορικό «Όχι» αποδίδει το νόημα της απόρριψης του τελεσιγράφου, παρότι η καταγεγραμμένη φράση ήταν διαφορετική.
Η άρνηση διατυπώθηκε από τον Μεταξά, ο οποίος κυβερνούσε τη χώρα με το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936. Την έμπρακτη αντίσταση ανέλαβαν οι Ένοπλες Δυνάμεις, με τη στήριξη μεγάλου μέρους της κοινωνίας. 4
Στις 5.30 το πρωί, μισή ώρα πριν εκπνεύσει η προθεσμία, οι ιταλικές δυνάμεις επιτέθηκαν από την κατεχόμενη Αλβανία. Τα ελληνικά τμήματα στα σύνορα προέβαλαν αντίσταση και κινήθηκαν προς τις προβλεπόμενες αμυντικές θέσεις. Παράλληλα τέθηκε σε εφαρμογή η γενική επιστράτευση, με τους εφέδρους να καλούνται να ενισχύσουν τις μονάδες του μετώπου.
Σημαντικό μέρος της προσπάθειας ανέλαβαν οι κάτοικοι των περιοχών κοντά στο μέτωπο. Ιδιαίτερη θέση στη μνήμη του πολέμου κατέχουν οι γυναίκες της Πίνδου, που υποστήριξαν τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων στα δύσβατα βουνά. Η συμβολή των αμάχων συνέδεσε την πολεμική προσπάθεια με την καθημερινότητα των χωριών και των οικογενειών τους.
Οι στρατιωτικές επιτυχίες συνοδεύτηκαν από μεγάλες δοκιμασίες. Ο βαρύς χειμώνας, οι ελλείψεις και οι δυσκολίες μεταφοράς εφοδίων επιβάρυναν τις συνθήκες στο μέτωπο. Οι μαχητές αντιμετώπιζαν το χιόνι και τα κρυοπαγήματα μαζί με τις πολεμικές επιχειρήσεις. Η αναφορά στο «Έπος του Σαράντα» περιλαμβάνει και αυτό το ανθρώπινο κόστος.
Την άνοιξη του 1941 η νέα ιταλική επίθεση απέτυχε να ανατρέψει την κατάσταση. Στις 6 Απριλίου ακολούθησε η επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας. Στις 27 Απριλίου τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στην Αθήνα, ενώ η μάχη της Κρήτης τον Μάιο αποτέλεσε την επόμενη μεγάλη αναμέτρηση. Η χώρα πέρασε στην Κατοχή, με πείνα, διώξεις και βία, αλλά και με την ανάπτυξη της Εθνικής Αντίστασης.
Η μνήμη της 28ης Οκτωβρίου άρχισε να τιμάται ήδη στα χρόνια της Κατοχής. Σύμφωνα με την ιστορική καταγραφή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 28 Οκτωβρίου 1941 εκατοντάδες φοιτητές στεφάνωσαν στα Προπύλαια τα αγάλματα των ηρώων του 1821 και κατευθύνθηκαν στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Η πρώτη επέτειος μετατράπηκε έτσι σε εκδήλωση αντίστασης στις δυνάμεις κατοχής.
Στη σημερινή Ελλάδα, οι παρελάσεις, οι σχολικές εκδηλώσεις και οι τελετές μνήμης αποτελούν τους καθιερωμένους τρόπους εορτασμού. Η στρατιωτική παρέλαση στη Θεσσαλονίκη και οι μαθητικές παρελάσεις στις πόλεις της χώρας συνδέουν την επέτειο με τις νεότερες γενιές.
Πίσω από τις τελετές βρίσκονται οι άνθρωποι του 1940: όσοι πολέμησαν, όσοι στήριξαν το μέτωπο και οι οικογένειες που βίωσαν τις απώλειες. Η γνώση της διαδρομής από το τελεσίγραφο έως την Κατοχή δίνει περιεχόμενο στην επέτειο και συνδέει την τιμή στην αντίσταση με τη μνήμη των θυμάτων του πολέμου.

















