Μια σημαντική αποκάλυψη για την εκκλησιαστική και ιστορική κληρονομιά της Νάουσας έγινε το βράδυ της Τετάρτης 14 Οκτωβρίου, στο Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας, κατά τη διάρκεια των εγκαινίων της περιοδικής έκθεσης «Τεκμήρια Πίστης και Τέχνης: Εικόνες και ξυλόγλυπτα από εκκλησίες της Νάουσας».
Όπως γνωστοποίησε στην ομιλία του ο Επίσκοπος Αθηναγόρας, ανάμεσα στα εκκλησιαστικά κειμήλια που επαναπατρίστηκαν πρόσφατα από τη Βουλγαρία βρίσκονται δύο πολύτιμες λειψανοθήκες από τη Νάουσα, οι οποίες είχαν αφαιρεθεί από τη Μονή του Σωτήρος Χριστού, γνωστή ως Έξω Άγιος Σωτήριος, κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.
Πρόκειται για δύο ιστορικά αντικείμενα, το ένα από το 1792 και το άλλο από το 1811, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερη θρησκευτική, καλλιτεχνική και ιστορική αξία.
Η λειψανοθήκη της Αγίας Ματρώνης και η προσφορά των υφαντών της Νάουσας
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Επίσκοπος Αθηναγόρας, οι δύο λειψανοθήκες αποτελούν ενιαίο σύνολο, καθώς η μικρότερη τοποθετείται στο εσωτερικό της μεγαλύτερης.
Η πρώτη λειψανοθήκη φιλοξενούσε την κάρα της Αγίας Ματρώνης της εν Κωνσταντινουπόλει και αποτελεί εξαιρετικό δείγμα αργυροχρυσοχοΐας, κατασκευασμένο με την τεχνική του συρματερού, γνωστή και ως φιλιγκράν.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιγραφή της, από την οποία προκύπτει ότι κατασκευάστηκε το 1792 με προσφορά της συντεχνίας των υφαντών της Νάουσας.
Το στοιχείο αυτό συνδέει το κειμήλιο με την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα της πόλης στα τέλη του 18ου αιώνα, αναδεικνύοντας παράλληλα τη συμμετοχή των επαγγελματικών συντεχνιών στη δημιουργία και χρηματοδότηση εκκλησιαστικών έργων.
Η δεύτερη, μεγαλύτερη λειψανοθήκη χρονολογείται στο 1811. Σύμφωνα με την επιγραφή της, κατασκευάστηκε με συνδρομή του ηγουμένου Αγαπίου, από χρυσοχόο που καταγόταν από τη Νάουσα.
Ο Επίσκοπος Αθηναγόρας επισήμανε ότι το συγκεκριμένο στοιχείο ενισχύει την ιστορική τεκμηρίωση για την ύπαρξη εργαστηρίου αργυροχρυσοχοΐας στη Νάουσα εκείνη την περίοδο.
Η διαδρομή των κειμηλίων και η λεηλασία των Μονών
Αναφερόμενος στην ιστορία των αντικειμένων, ο Επίσκοπος Αθηναγόρας εξήγησε ότι η Νάουσα διέθετε δύο σημαντικές Μονές, της Υπαπαντής και του Σωτήρος Χριστού, οι οποίες υπέστησαν εκτεταμένες καταστροφές κατά τα γεγονότα του 1822.
Όπως ανέφερε, όσα τμήματα των μοναστηριακών συγκροτημάτων είχαν απομείνει υπέστησαν νέες καταστροφές κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.
Τότε, σύμφωνα με την ιστορική αναφορά του, αφαιρέθηκαν σημαντικά εκκλησιαστικά αντικείμενα, ανάμεσά τους και οι δύο λειψανοθήκες που επαναπατρίστηκαν πρόσφατα.
Μάλιστα, επισήμανε ότι ήταν ήδη γνωστή η αφαίρεση τριών αντικειμένων από τις δύο Μονές της Νάουσας, τα οποία στη συνέχεια βρέθηκαν σε διαφορετικούς προορισμούς.
Ένα ακόμη κειμήλιο της Νάουσας στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών
Στην ίδια ομιλία έγινε αναφορά και σε ένα ακόμη σημαντικό εκκλησιαστικό αντικείμενο που προέρχεται από τη Νάουσα.
Πρόκειται για κεντητό καταπέτασμα Ωραίας Πύλης από τη Μονή της Υπαπαντής, έργο που αποδίδεται στην Κοκώνα του Ρολογά.
Σύμφωνα με τον Επίσκοπο Αθηναγόρα, το καταπέτασμα είχε επίσης μεταφερθεί στη Σόφια, αλλά επέστρεψε στην Ελλάδα το 1923, στο πλαίσιο παλαιότερης επιστροφής εκκλησιαστικών αντικειμένων.
Σήμερα φυλάσσεται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών.
Ο ίδιος αναφέρθηκε και σε εικόνα του Αγίου Δημητρίου, με μεταλλική επένδυση, η οποία, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρουσίασε, βρίσκεται στη Βόρεια Μακεδονία.
Μέχρι τις 5 Νοεμβρίου η έκθεση των επαναπατρισμένων κειμηλίων
Αναφορικά με την τύχη των αντικειμένων που επέστρεψαν πρόσφατα από τη Βουλγαρία, ο Επίσκοπος Αθηναγόρας ανέφερε ότι, σύμφωνα με την ενημέρωση της υπουργού Πολιτισμού, τα κειμήλια θα εκτίθενται μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 2026 και στη συνέχεια προβλέπεται να παραδοθούν στις κατά τόπους Μητροπόλεις και Ιερές Μονές.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Νάουσα, καθώς τίθεται πλέον το ζήτημα της επιστροφής των δύο λειψανοθηκών στον τόπο από τον οποίο προέρχονται.
Δεν διευκρινίστηκε, πάντως, κατά τη διάρκεια της ομιλίας, ο ακριβής χώρος στον οποίο θα φυλαχθούν τα συγκεκριμένα κειμήλια μετά την ολοκλήρωση της προσωρινής έκθεσής τους.
Στο προσκήνιο η εκκλησιαστική κληρονομιά της Νάουσας
Η αποκάλυψη του Επισκόπου Αθηναγόρα έγινε σε μια εκδήλωση αφιερωμένη ακριβώς στη διάσωση και ανάδειξη εκκλησιαστικών θησαυρών της Νάουσας.
Νωρίτερα, η αναπληρώτρια διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ημαθίας, Γεωργία Στρατούλη, είχε παρουσιάσει το ιστορικό της συντήρησης εικόνων και ξυλόγλυπτων από ναούς της πόλης, ανακοινώνοντας παράλληλα την πρόθεση να μεταφερθεί η περιοδική έκθεση στη Νάουσα το επόμενο διάστημα.
Από την πλευρά του, ο Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων είχε αναφερθεί στην ανάγκη δημιουργίας κειμηλιαρχείου στη Νάουσα, ώστε να αποκτήσει η πόλη έναν μόνιμο χώρο φύλαξης και ανάδειξης των εκκλησιαστικών της θησαυρών.
Η πρόσφατη επιστροφή των δύο λειψανοθηκών προσθέτει ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο σε αυτή τη συζήτηση, καθώς πρόκειται για αντικείμενα άμεσα συνδεδεμένα με την ιστορία της πόλης, την εκκλησιαστική της παράδοση και την καλλιτεχνική παραγωγή της πριν από την καταστροφή του 1822.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται πλέον στο πότε και με ποιον τρόπο οι δύο λειψανοθήκες θα επιστρέψουν στη Νάουσα, αλλά και στο εάν η εξέλιξη αυτή θα αποτελέσει αφετηρία για μια οργανωμένη προσπάθεια συγκέντρωσης και ανάδειξης των διάσπαρτων εκκλησιαστικών κειμηλίων της πόλης.
Δημοσιογραφική πρόταση: Το συγκεκριμένο θέμα αξίζει να δημοσιευτεί και ως αυτοτελές ρεπορτάζ, πέρα από την κάλυψη των εγκαινίων. Η επιστροφή των δύο λειψανοθηκών είναι η ουσιαστική νέα είδηση, ιδιαίτερα επειδή συνδέεται με τον Μακεδονικό Αγώνα, τις κατεστραμμένες Μονές της Νάουσας και το ενδεχόμενο επαναπατρισμού των κειμηλίων στον φυσικό τους χώρο.
















