Πολύτιμα εκκλησιαστικά κειμήλια της Νάουσας, που για πολλά χρόνια παρέμεναν φυλαγμένα και χρειάστηκαν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης, παρουσιάζονται πλέον στο κοινό μέσα από τη νέα περιοδική έκθεση «Τεκμήρια Πίστης και Τέχνης: Εικόνες και ξυλόγλυπτα από εκκλησίες της Νάουσας», τα εγκαίνια της οποίας πραγματοποιήθηκαν το βράδυ της Τετάρτης 14 Οκτωβρίου στο Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας.
Η έκθεση, που διοργανώθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας με την υποστήριξη της Ιεράς Μητρόπολης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, αναδεικνύει σημαντικά δείγματα της μεταβυζαντινής εκκλησιαστικής τέχνης, αλλά και μια λιγότερο γνωστή πλευρά της ιστορίας της Νάουσας, πριν από την καταστροφή της το 1622.
Στην εκδήλωση παρέστησαν ο Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων, κληρικοί, η βουλευτής Ημαθίας Στέλλα Αραμπατζή και εκπρόσωποι φορέων.
Κειμήλια που διασώθηκαν και συντηρήθηκαν
Την εκδήλωση άνοιξε η αναπληρώτρια διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ημαθίας, Γεωργία Στρατούλη, η οποία αναφέρθηκε στην ιστορία των εκθεμάτων, στις εργασίες συντήρησης και στη σημασία της παρουσίασής τους στο κοινό.
Όπως εξήγησε, πρόκειται για φορητές εικόνες και ξυλόγλυπτα που προέρχονται από εκκλησίες της Νάουσας και χρονολογούνται σε διαφορετικές περιόδους. Η πλειονότητα των εικόνων ανάγεται στον 17ο αιώνα, ενώ τα ξυλόγλυπτα προέρχονται από τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα.
Ανάμεσα στα εκθέματα περιλαμβάνονται εικόνες του Χριστού Παντοκράτορα, της Παναγίας Οδηγήτριας, παραστάσεις Αγίων, επιστύλια και τμήματα τέμπλων με τη Μεγάλη Δέηση. Ιδιαίτερη θέση κατέχει εικόνα του Αγίου Αθανασίου, η οποία φέρει τη χρονολογία 1622.
Η κ. Στρατούλη υπογράμμισε ότι τα αντικείμενα αυτά δεν δημιουργήθηκαν για να εκτεθούν σε μουσεία, αλλά για να εξυπηρετήσουν τις λατρευτικές ανάγκες των πιστών.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αποτελούν «φορείς πίστης, μνήμης και συλλογικής ταυτότητας», συνδέοντας την καλλιτεχνική δημιουργία με την ιστορία και τη θρησκευτική ζωή της περιοχής.
Από την οροφή του ναού στη συντήρηση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαδρομή των κειμηλίων μέχρι τη σημερινή τους έκθεση.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε η κ. Στρατούλη, οι εικόνες και τα ξυλόγλυπτα είχαν εντοπιστεί πριν από αρκετά χρόνια σε χώρο της οροφής του ναού του Τιμίου Προδρόμου της Νάουσας, γνωστού ως Έσω ή Μέσα Πρόδρομος.
Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Μηνά, ενώ τον Απρίλιο του 2016 παραλήφθηκαν από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας, προκειμένου να εξεταστεί η κατάστασή τους και να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες εργασίες προστασίας και συντήρησης.
Η αναπληρώτρια διευθύντρια στάθηκε ιδιαίτερα στη συμβολή του επιστημονικού προσωπικού, επισημαίνοντας ότι η συντήρηση δεν περιορίζεται στην αισθητική αποκατάσταση ενός αντικειμένου, αλλά απαιτεί μελέτη των υλικών, των τεχνικών κατασκευής και των επεμβάσεων που έχουν πραγματοποιηθεί στο πέρασμα του χρόνου.
Ειδική αναφορά έκανε στους συντηρητές Αναστάσιο Γεωργίου, Χριστίνα Ασημακοπούλου και Μαρία Γώγου, καθώς και στη συμβολή της Μαρίας Χειμωνοπούλου, της αρχαιολόγου Μαρίας Πολατίδου και της προϊσταμένης του Τμήματος Συντήρησης Λήδας Χριστοφορίδου.
Η έκθεση αποτελεί, έτσι, και μια παρουσίαση της επιστημονικής εργασίας που απαιτείται για τη διάσωση και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Μητροπολίτης Παντελεήμων: Τεκμήρια της ιστορίας της Νάουσας πριν από το 1822
Στον χαιρετισμό του, ο Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων αναφέρθηκε στην ιδιαίτερη ιστορική και θρησκευτική σημασία των κειμηλίων.
Επισήμανε ότι η Νάουσα δεν είναι γνωστή μόνο για τη θυσία των κατοίκων της κατά την Επανάσταση του 1822, αλλά και για τους εκκλησιαστικούς θησαυρούς που δημιουργήθηκαν κατά τους προηγούμενους αιώνες.
Όπως ανέφερε, οι εικόνες και τα ξυλόγλυπτα αποτελούν έργα τεχνιτών που δημιουργήθηκαν σε δύσκολες ιστορικές συνθήκες, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αποτυπώνοντας την πίστη, την καλλιτεχνική δημιουργία και την προσφορά των κατοίκων της περιοχής.
Ο Μητροπολίτης συνέδεσε τα εκθέματα με τον παλαιό ναό του Αγίου Μηνά της Νάουσας, ο οποίος καταστράφηκε από πυρκαγιά, σημειώνοντας ότι τα κειμήλια που διασώθηκαν φυλάχθηκαν στην οροφή του γυναικωνίτη του Τιμίου Προδρόμου.
Αναφέρθηκε επίσης στη συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας, χάρη στην οποία κατέστη δυνατή η συντήρηση και η σημερινή παρουσίαση των έργων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ιστορική τους αξία, χαρακτηρίζοντάς τα τεκμήρια της ζωής της Νάουσας πριν από την καταστροφή του 1822.
Επόμενος σταθμός η Νάουσα – Στο τραπέζι η δημιουργία κειμηλιαρχείου
Μια σημαντική προοπτική για τη Νάουσα προέκυψε μέσα από τις τοποθετήσεις τόσο της Γεωργίας Στρατούλη όσο και του Μητροπολίτη Παντελεήμονα.
Η αναπληρώτρια διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων ανακοίνωσε ότι η παρουσίαση στο Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας αποτελεί το πρώτο βήμα, καθώς έχει ήδη συζητηθεί με τη Μητρόπολη η μεταφορά και παρουσίαση της έκθεσης στη Νάουσα, δηλαδή στον τόπο προέλευσης των κειμηλίων.
Μάλιστα, εκτίμησε ότι αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε περίπου έναν μήνα, χωρίς ωστόσο να ανακοινωθεί συγκεκριμένη ημερομηνία.
Από την πλευρά του, ο Μητροπολίτης Παντελεήμων εξέφρασε την επιθυμία να επιστρέψουν τα κειμήλια στη Νάουσα και έθεσε παράλληλα το ζήτημα δημιουργίας ενός κειμηλιαρχείου στην πόλη, κατά το πρότυπο του κειμηλιαρχείου της Μονής Παναγίας Δοβρά.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε σε παλαιότερη δέσμευση της αρχαιολόγου Αγγελικής Κοτταρίδη για την εκπόνηση σχετικής μελέτης.
Η προοπτική αυτή, εφόσον προχωρήσει, θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν μόνιμο χώρο προστασίας και παρουσίασης της εκκλησιαστικής κληρονομιάς της Νάουσας. Προς το παρόν, πάντως, δεν ανακοινώθηκε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.
Η ιστορία και η τέχνη συναντιούνται
Η έκθεση στο Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας δίνει τη δυνατότητα στο κοινό να γνωρίσει έργα που συνδέονται άμεσα με την ιστορία της Νάουσας και παρέμεναν για χρόνια μακριά από τη δημόσια θέα.
Παράλληλα, αναδεικνύει τη σημασία της συντήρησης και της επιστημονικής τεκμηρίωσης, καθώς και τη συνεργασία αρχαιολογικών και εκκλησιαστικών φορέων για τη διάσωση σημαντικών ιστορικών αντικειμένων.
Το επόμενο ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στη σχεδιαζόμενη παρουσίαση των κειμηλίων στη Νάουσα και στην προοπτική δημιουργίας ενός μόνιμου χώρου που θα στεγάσει μέρος της εκκλησιαστικής και ιστορικής κληρονομιάς της πόλης.
















