Η κοινωνία των θεατών
- Γράφτηκε από τον/την Αρθρογράφος
Γράφει η Αθανασία Μυστακίδου
Λίγο πριν τις 9 το βράδυ, στο κέντρο της πόλης, στην καρδιά της αγοράς, διέκρινα την αιφνίδια και μαζική είσοδο περισσότερων από είκοσι ανηλίκων σε μια πολυκατοικία , γνωστή για τη στέγαση γραφείων και ιατρείων. Η εικόνα αυτή μου έκανε εντύπωση και μου προκάλεσε απορία, καθώς η μαζική παρουσία τόσων παιδιών σε έναν τέτοιο χώρο δεν έμοιαζε με κάτι συνηθισμένο.
Πλησίασα την είσοδο της πολυκατοικίας και άκουσα φωνές, γεγονός που με έκανε να αντιληφθώ πως πιθανότατα επρόκειτο για διαπληκτισμό μεταξύ ανηλίκων. Όταν εξέφρασα στην παρέα μου την ανησυχία μου, περαστικοί και γύρω καταστηματάρχες, αντιλαμβανόμενοι τη στάση μου, πλησίασαν από απόσταση, χωρίς να πάρουν θέση. Στάθηκαν θεατές. Ορισμένοι ανήλικοι άρχισαν να αποχωρούν, ενώ άλλοι παρέμεναν, και όλοι, είτε φεύγοντας είτε μένοντας, απλώς παρακολουθούσαν.
Πλησίασα τους εμπλεκόμενους ρωτώντας αν είναι όλα καλά και τότε διαπίστωσα πως επρόκειτο για ένταση ανάμεσα σε μια ανήλικη και μια ενήλικη γυναίκα. Δεν θα σταθώ στο περιεχόμενο της σύγκρουσης. Δεν είμαι δημοσιογράφος και σκοπός αυτής της καταγραφής δεν είναι η αναπαραγωγή ενός περιστατικού έντασης ή τοποθέτησης για τους λόγους διαπληκτισμού. Σκοπός αποτελεί η ανάδειξη ενός βαθύτερου κοινωνικού φαινομένου, το οποίο αποτυπώνω ως κοινωνική επιστήμονας.
Μελετώ εδώ και πάνω από δέκα χρόνια τα κοινωνικά φαινόμενα και με αφορούν βαθιά, διότι καθορίζουν τον τρόπο που μεγαλώνουμε, που σχετιζόμαστε και που υπάρχουμε ως κοινωνία. Μεγάλωσα, όπως πολλοί από εμάς, σε μια κοινωνία που συχνά μας δίδαξε να μη μας νοιάζει. Να αδιαφορούμε. Να μην εμπλεκόμαστε. Να μην παίρνουμε θέση. Να απέχουμε, γιατί «δεν μας αφορά» — κι ας μας αφορά.
Ιδιαίτερα σε μια επαρχιακή πόλη, όπου θεωρητικά η κοινωνική συνοχή είναι πιο ισχυρή και η έννοια της κοινότητας παραμένει ζωντανή, θα περίμενε κανείς μεγαλύτερη εγρήγορση και περισσότερο ενδιαφέρον. Αντί γι’ αυτό, συχνά συναντάμε ανθρώπους που παρακολουθούν από απόσταση, χωρίς να παρεμβαίνουν, χωρίς να αναλαμβάνουν ευθύνη.
Εξίσου ανησυχητική στο συμβάν, ήταν η στάση τόσο των ενηλίκων όσο και των παιδιών. Οι ενήλικες επέλεξαν να σταθούν σε απόσταση, σαν να επρόκειτο για ένα ξένο περιστατικό που δεν τους αφορούσε. Και τα παιδιά, έκαναν ακριβώς το ίδιο. Ανήλικοι που κοιτούσαν χωρίς να συμμετέχουν, χωρίς να προστατεύουν, χωρίς να αντιδρούν. Όχι από κακία, αλλά από συνήθεια. Γιατί τα παιδιά δεν γεννιούνται θεατές. Εκπαιδεύονται να γίνουν. Ίσως γιατί μεγαλώνουν σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν με περιεχόμενο προς κατανάλωση. Συνηθίζουμε να παρακολουθούμε τη βία, την ένταση και τον ανθρώπινο πόνο σαν ακόμη ένα στιγμιότυπο προς κατανάλωση — μέσα από οθόνες, σχόλια και στιγμιαίες αντιδράσεις — χωρίς ουσιαστική συμμετοχή.
Μέσα σε αυτό το πλήθος, άκουσα τη φωνή ενός αγοριού να τολμά να τοποθετηθεί. Μια φωνή που έδειχνε να μην ακούγεται, για εμένα όμως ξεχώρισε γιατί δεν ακολούθησε τη σιωπή των υπολοίπων. Επέλεξε να μιλήσει, να πάρει θέση, να μην αρκεστεί στον ρόλο του παρατηρητή. Αυτό δείχνει πως η αδιαφορία δεν είναι μονόδρομος. Η στάση, η ευθύνη και η παρέμβαση δεν εμφανίζονται τυχαία. Καλλιεργούνται.
Οι ενήλικες στάθηκαν θεατές. Και ακριβώς έτσι τα παιδιά μαθαίνουν από εμάς.
Μέσα από τη φράση «μην μπλέκεις».
Μέσα από τη σιωπή μπροστά στο άδικο.
Μέσα από την πεποίθηση πως η ευθύνη ανήκει πάντα σε κάποιον άλλο.
Μέσα από την απόσταση. Μακριά από το δίπλα και το μαζί.
Και τότε το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο:
Πού χάθηκε η αλληλεγγύη;
Πότε η αδιαφορία έγινε φυσιολογική;
Ποιος δίδαξε στα παιδιά να παρακολουθούν αντί να συμμετέχουν;
Σήμερα μπορεί να είναι το παιδί κάποιου άλλου — είτε στη θέση εκείνου που δέχεται την ένταση είτε στη θέση εκείνου που τη προκαλεί. Και στις δύο περιπτώσεις, μας αφορά. Γιατί κανένας γονιός δεν θέλει το παιδί του ούτε απροστάτευτο ούτε χωρίς όρια, ούτε θύμα ούτε θύτη, ούτε μόνο του απέναντι στη βία ούτε μέρος αυτής.
Αύριο μπορεί να είναι το δικό μας παιδί. Και τότε δεν θα θέλουμε γύρω του θεατές. Θα θέλουμε ανθρώπους που θα πλησιάσουν, που θα ενδιαφερθούν, που θα πάρουν θέση — όχι για να κρίνουν από απόσταση, αλλά για να προστατεύσουν, να οριοθετήσουν και να υπενθυμίσουν πως καμία κοινωνία δεν μπορεί να μεγαλώνει παιδιά μέσα στην αδιαφορία. Γιατί καμία κοινωνία δεν χτίζεται από θεατές. Χτίζεται από ανθρώπους που επιλέγουν να στέκονται μαζί.
Ευχαριστώ για τον χρόνο ανάγνωσης σε μια εποχή γρήγορης κατανάλωσης περιεχομένου.
Αθανασία Μυστακίδου
Κοινωνική Επιστήμονας- Επίτροπος ανηλίκων














